ΟΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

October 2, 2016

Όσο και αν η φιλελεύθερη ιδεολογία αποπειράται να αποδείξει ότι κατέχει την αληθινή,την ορθολογική,τη μοναδικά κατάλληλη και την εγγενή με τη φύση του ανθρώπου αντίληψη για την οργάνωση των κοινωνιών,τόσο θα προσκρούει στις ίδιες της τις αντιφάσεις,καθώς αποδίδει την αιτία των φαινομένων είτε σε ιδεαλιστικές παρθενογενέσεις(σε αιώνιες και απαράβατες αλήθειες) είτε στην εξέλιξη των ιδεών που συντελείται στα κεφάλια των ανθρώπων του πνεύματος,παραγνωρίζοντας τα εξωτερικά ερεθίσματα και την αλληλεπίδραση των τελευταίων με την εκάστοτε κοινωνικοοικονομική οργάνωση.

Θύμα της προσέγγισης αυτής είναι και η  (αστική) δικαιοσύνη,η οποία αδυνατεί να διατηρηθεί ακέραιη στο φως της κριτικής  λόγω του ιστορικού-υλικού χαρακτήρα της.

Ασφαλέστερη λοιπόν , αλλά και πιο προσιτή στην πραγματική κοινωνία, μεθοδολογία για την έρευνα της αστικής δικαιοσύνης με σκοπό την ουσιώδη αποδόμησή της,είναι η παραδοχή της αρχής ότι «ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική,πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής,ότι όλες οι κοινωνικές και κρατικές σχέσεις,καθώς και τα νομικά συστήματα,όλες οι θεωρητικές αντιλήψεις που εμφανίζονται στην Ιστορία μόνο τότε μπορούν να κατανοηθούν,όταν κατανοηθούν οι υλικοί όροι ζωής της αντίστοιχης εποχής και όταν όλα αυτά συμπεραίνονται από αυτούς τους υλικούς όρους»[1].Επομένως,η δικαιόσυνη είναι ‘’αστική’’ γιατί είναι σχετική με τον συγκεκριμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.Λαμβάνοντας υπόψη  τη θέση αυτή,είναι πλέον εφικτή η ανάλυση των διακλαδώσεων της αστικής δικαιοσύνης,η οποία μπορεί να καταμεριστεί σε τρεις πτυχές.

Αναλυτικότερα,μια πρώτη κατάτμησή της,είναι η έννοια της ακριβοδίκαιης και ισότιμης ανταλλαγής εμπορευμάτων, δηλαδή η νομική ισότητα δύο συμβαλλόμενων προσώπων,του αγοραστή(κάτοχος χρήματος) και του πωλητή(κάτοχος εργατικής δύναμης).Συγκεκριμένα « ο κάτοχος της εργατικής δύναμης και ο κάτοχος του χρήματος συναντιόνται στην αγορά και σχετίζονται μεταξύ τους σαν ισότιμοι κάτοχοι εμπορευμάτων που διακρίνονται ο ένας από τον άλλο μόνο κάτα το ότι ο ένας είναι αγοραστής και ο άλλος πουλητής,επομένως και οι δύο νομικώς ισότιμα πρόσωπα.Για να μπορεί να συνεχιστεί αυτή η σχέση,ο ιδιοκτήτης της εργατικής δύναμης απαιτεί να την πουλάει πάντα μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα,γιατί αν την πουλήσει χοντρικώς,μια για πάντα,θα πουλήσει τον ίδιο τον εαυτό του και θα μετατραπεί από ελεύθερος σε δούλο,από κάτοχος εμπορεύματος σε εμπόρευμα».Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα συμβόλαιο,στο οποίο «η διαρκής αγορά και πούληση της εργατικής δύναμης είναι η μορφή.Το περιεχόμενο είναι πως ο κεφαλαιοκράτης (σ.σ. ο κάτοχος χρήματος) ανταλάσσει διαρκώς ένα μέρος της αντικειμενοποιημένης πια ξένης εργασίας(σ.σ.αξία εργατικής δύναμης),που την ιδιοποιείται ακατάπαυστα χωρίς να καταβάλλει έναντι ένα ισοδύναμο,με μια μεγαλύτερη ποσότητα ξένης εργασίας».Κατά τη φαινομενικότητα λοιπόν,υπάρχει μια απλή και δίκαιη σύμβαση ισοδύναμων προσώπων,κατά την ουσία όμως «ο κεφαλαιοκράτης  ιδιοποιείται ξένη απλήρωτη εργασία(σ.σ. υπερεργασία-υπεραξία),ενώ ο εργάτης αδυνατεί να ιδιοποιηθεί το ίδιο το δικό του το προϊόν.» [2]

Στο ερώτημα αν τελικά αυτή  η μισθωτή σχέση είναι δίκαιη,η απάντηση είναι διττή.Και ναι και όχι. «Αγοράζοντας την εργατική δύναμη στην αγορά,το κεφάλαιο δεν παραβιάζει καμία αρχή ακριβοδικίας.Καταναλώνοντας τη σαν προϊόν,γδύνει αντιθέτως τον εργαζόμενο παίρνοντάς του όχι μόνο το χρόνο του αλλά και την ιδιότητα του ανθρώπινου όντος.»[3]Η λειτουργία του νόμου στην περίπτωση αυτή,αποσκοπεί στην εξάλειψη της εκμεταλλευτικής δομής της οικονομικής πραγματικότητας,η οποία υποχωρεί ενώπιόν του. Ειδικότερα,«τη σύνδεση με οικονομικά γεγονότα,την εξαφανίζουν οι επαγγελματίες πολιτικοί,οι νομομαθείς,οι δικαστές.Αφού τα οικονομικά γεγονότα πρέπει να μεταμορφωθούν σε δικαιοπραξίες,για να κυρωθούν νομικά,και αφού ακολουθεί συνολική αναθεώρηση του ισχύοντος νομικού συστήματος,η νομική μορφή είναι τα πάντα,και το οικονομικά περιεχόμενο τίποτα.» [4]Είναι λοιπόν ορατή μια διαλεκτική  και  «αντιφατική ενότητα της δικαιοσύνης και της αδικίας στη σχέση εκμετάλλευσης :η ενότητα της τυπικής δικαιοσύνης της αγοράς εργατικής δύναμης και της πραγματικής αδικίας της εκμετάλλευσής της ως εμπορεύματος.» Είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι η μισθωτή εργασία μπορεί να είναι άδικη και ταυτόχρονα να μην είναι. «Δεν είναι άδικη από την άποψη του αστικού δικαίου που τη νομιμοποιεί.Είναι άδικη από την άποψη του δικαίου του καταπιεσμένου που δηλώνει την ύπαρξή του με την αντίθεσή του.Πρόκειται για αντινομία.Ανάμεσα σε αυτά τα δύο δίκαια,ανάμεσα σε ένα θεσμοποιημένο δίκαιο και ένα δίκαιο που γεννιέται,αποφασίζει η δύναμη.»[5]

Δευτερευόντως,μία ακόμη πτυχή που συνηγορεί ως προς το σαθρό χαρακτήρα της αστικής δικαιοσύνης,είναι η ισότητα ευκαιριών.Δεν είναι ακούσια και άδολη η συμπλήρωση ‘’ευκαιριών’’, αφού συνίσταται στο ότι η έννοια της ισότητας μπορεί να κατοχυρώνεται μόνο ως δικαίωμα,αποκλείοντας κάθε υπόνοια για κοινωνική ισότητα ως σκοπό.Συγκεκριμένα,θεσμοθετείται νομικά ένα ίσο δικαίωμα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις(εκπαίδευση,υγεία).Ωστόσο αν και φαινομενικά περιορίζονται οι κοινωνικές ανισότητες (αφού όλες οι τάξεις έχουν ίση πρόσβαση σε εκπαίδευση-υγεία),ουσιωδώς η οικονομικά πιο εύπορη τάξη (εν προκειμένω η αστική) δύναται να το αξιοποιήσει περισσότερο από τα μικρομεσαία και καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα. Για παράδειγμα,η δημιουργία ιδιωτικών κέντρων περίθαλψης ή εκπαίδευσης,έχει ξεκάθαρο ταξικό πρόσημο και αναντίρρητα συνειδητοποιεί κανείς πως οι εξαγγελίες περί δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης αλλοιώνονται με το πέρασμα των χρόνων,ιδίως σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης όπου απορρυθμίζονται και κατεδαφίζονται οι πολιτικές κοινωνικής προστασίας(κράτος πρόνοιας).Εν τέλει,αυτός που θα καταφέρει να επιβιώσει και να ανελιχθεί επαγγελματικά με τα σύγχρονα κριτήρια είναι αυτός που ανήκει στην οικονομικά ανώτερη τάξη.Επομένως,θα σταθώ σε μια προέκταση της φράσης των  ιδεολογικών εκπροσώπων των αστών: Ίσες ευκαιρίες..σε οικονομικά άνισες τάξεις.Αν μη τι άλλο θα ήταν καταστροφικό να συμπληρωθεί κάτι τέτοιο στα Συντάγματα-θεμέλια των σημερινών κρατών και του οικονομικού πλαισίου τους.

Καθίσταται αντιληπτό,ότι η ισότητα ευκαιριών,ως ιδεολογικό αρχή του φιλελεύθερου σοσιαλισμού,θυσιάζει στο βωμό της πολιτικής-νομικής ισότητας την κοινωνική ανισότητα.Τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Rawls για το θεμιτό των κοινωνικών-οικονομικών ανισοτήτων εφόσον γίνεται προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων,καθώς και εφόσον εξασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών στα στοιχειώδη πρωταρχικά αγαθά,δεν αποτελούν παρά σχέδια επί χάρτου με έκδηλο τον ανεδαφικό χαρακτήρα τους.Με ποιόν τρόπο  άραγε,οι κοινωνικές ανισότητες είναι προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων;Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζει κάποιος ότι η ισότητα ευκαιριών μπορεί να παρέχεται αναλόγως σε κυριαρχικές και υποτελείς τάξεις,σε πολίτες και σε κοινωνικά αποκλεισμένους(πρόσφυγες-μετανάστες);H πραγματικότητα,ως πανταχού παρών κριτής της αστικής κοινωνίας βοά : Ένα σύστημα ίσων δικαιωμάτων,όπως το σημερινό ,θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια άκρως άνιση διανομή του πλούτου.Αναμφισβήτητα λοιπόν,το μόνο ρεαλιστικό και αναγκαίο πρόταγμα  για τα καταπιεζόμενα στρώματα,δηλαδή  “το πραγματικό περιεχόμενο της προλεταριακής προσδοκίας ισότητας,  δεν είναι παρά  η απαίτηση της κατάργησης των τάξεων’’.(Φρίντριχ  Ένγκελς –Αντί-Ντίρινγκ)

Παράλληλα,θεμελιώδες γνώρισμα της αστικής δικαιοσύνης,είναι η δίκαιη και ίση διανομή, η οποία διακρίνεται περαιτέρω σε δύο επίπεδα: α) υπό στενή έννοια ως ίση ανταπόδοση ανάλογα με την παραγωγικότητα της εργασίας(έκταση,ένταση,ποιότητα εργασίας στον καταμερισμό) των ατόμων και β) υπό ευρεία έννοια ως  πολιτική θέση για μια δικαιότερη διανομή στο πλαίσιο συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής.

Σχετικά με την πρώτη εκδοχή,αξίζει να παρατηρήσουμε ότι εισάγεται η αρχή της αξιοκρατίας.Εκ προοιμίου δηλαδή,διερχόμαστε σε μια διαδικασία που θα αναδείξει κατ’ανάγκην νικητές και ηττημένους.Ως μέτρο των αξιών είναι η αποδοτικότητα της εργασίας και η θέση του ατόμου στον καταμερισμό της.Όμως, τα δύο αυτά στοιχεία εξαρτώνται από τις φυσικές ή κοινωνικά καλλιεργημένες κλίσεις των ατόμων(φανερή η ανισότητα ως προς την αξιοποίηση των κλίσεων-χαρισμάτων*),οι οποίες είναι διαφοροποιημένες και άνισες.Εύλογα τίθεται το ερώτημα, πώς είναι δυνατόν ,ένας αστάθμητος παράγοντας,όπως η τύχη ή η φύση να καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων που είναι οργανωμένοι σε κοινωνίες- κράτη;Οι τυχεροί ή οι προικισμένοι με πλουσιότερα γνωρίσματα θα επιτύχουν,ενώ οι υπόλοιποι,όντας άτυχοι,και μη προνομιούχοι από τη φύση –τύχη θα αποτύχουν. Πόσο δίκαιο θεωρείται κάτι τέτοιο;

Στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα ο Κ.Μαρξ  αποκρίνεται σχετικά με το ζήτημα αυτό σε αναφορά του για τη μελλοντική κοινωνία :«Το ίσο δίκαιο ,υπόκειται πάντα σ’έναν αστικό περιορισμό.Το δίκαιο των παραγωγών είναι ανάλογο με την απόδοση της δουλειάς τους.Όμως ο ένας υπερέχει από τον άλλο φυσικά ή πνευματικά,προσφέρει επομένως στον ίδιο χρόνο περισσότερη δουλειά ή μπορεί να δουλεύει περισσότερο χρόνο.Αυτό το ίσο δίκαιο είναι άνισο δίκαιο για άνιση εργασία.Δεν αναγνωρίζει ταξικές διαφορές**,γιατί ο καθένας δεν είναι παρά εργάτης όπως και ο άλλος,αναγνωρίζει όμως,σιωπηρά σαν φυσικά προνόμια τις άνισες ατομικές ικανότητες και επομένως την άνιση παραγωγική ικανότητα.Στο περιεχόμενό του είναι λοιπόν δίκαιο της ανισότητας όπως  κάθε δίκαιο.[…]Με ίση απόδοση εργασίας και επομένως με ίση συμμετοχή στο καταναλωτικό απόθεμα,ο ένας παίρνει στην πραγματικότητα περισσότερα από τον άλλο,ο ένας είναι πλουσιότερος από τον άλλο κλπ.Για να αποφευχθούν αυτές οι αδυναμίες,θα έπρεπε το δίκαιο να είναι μάλλον άνισο,αντί να είναι ίσο.»[6]

Οδηγούμαστε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι « η απαίτηση μιας δικαιότερης κοινωνίας δε χρειάζεται να θεμελιωθεί πάνω σε καμία φύση(τύχη).Θεμελιώνεται πάνω στην απαίτηση των ανθρώπων για δικαιοσύνη,έτσι όπως την εννοούν,στο πλαίσιο της υλικής και πνευματικής δράσης τους. Το θεμέλιο της κοινωνίας βρίσκεται στον άνθρωπο,και το θεμέλιο του ανθρώπου βρίσκεται στην κοινωνία.»[7]Έτσι εξισορροπούνται οι διαφορετικές κλίσεις του καθενός,έτσι αυτές οι κλίσεις όσο διαφοροποιημένες και αν είναι,τόσο ισότιμες πρέπει,αλλά δεν παρουσιάζονται στην αστική κοινωνία.

Συγχρόνως,όσον αφορά τη δεύτερη εκδοχή,για την απάντηση στην πολιτική θέση ότι είναι υλοποιήσιμη  μια δικαιότερη διανομή/κατανομή εντός του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής,αρκεί η αποσαφήνιση της σχέσης παραγωγής και διανομής/κατανομής. Ιδίως,«με τον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής μιας συγκεκριμένης ιστορικής κοινωνίας και με τις ιστορικές προϋποθέσεις αυτής της κοινωνίας,δίνεται ταυτόχρονα ο τρόπος κατανομής των προϊόντων.» [8]«Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν το κεφάλαιο έχει διττή λειτουργία: α)ως συντελεστής της παραγωγής και β)ως πηγή εισοδήματος,δηλαδή ως ιδιαίτερη μορφή κατανομής.Ο τόκος και το κέρδος ως μορφές κατανομής προϋποθέτουν το κεφάλαιο ως συντελεστή της παραγωγής.Παρόμοια,ο εργατικός μισθός είναι η μισθωτή εργασία κάτω από άλλον τίτλο :O καθορισμός που έχει εδώ η εργασία ως συντελεστής παραγωγής εμφανίζεται ως καθορισμός της κατανομής.Τελικά,οι σχέσεις και οι τρόποι κατανομής εμφανίζονται ως η άλλη όψη των συντελεστών παραγωγής,και η διάρθρωσή τους καθορίζεται από τη διάρθρωση της παραγωγής» [9] .Αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχει και μια άλλη έννοια της κατανομής,η κατανομή των εργαλείων παραγωγής και η κατανομή των μελών της κοινωνίας στα διάφορα είδη παραγωγής(υπαγωγή σε συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής),και αυτή ωστόσο παρ’όλο που εμφανίζεται ως προϋπόθεση της νέας παραγωγής,αποτελεί και η ίδια προϊόν της παραγωγής,αφού για να κατανεμηθούν τα νέα εργαλεία(εργοστάσιο,μηχανές) πρέπει πρώτα να αναπτυχθούν.

Αναμφίβολα,παρατηρούμε  ότι στον συγκεκριμένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αντιστοιχούν διαφορές στην κατανομή και μαζί τους εμφανίζονται και οι ταξικές διαφορές.Λόγω αυτής λοιπόν της αντιστοιχίας,στα τέλη του 20ου αι. η περιουσία των 358 πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου ήταν ίση με το 45% του παγκόσμιου πλούτου(σήμερα κατέχει το 47%- έκθεση της Credit Suisse),δηλαδή με την περιουσία 2,3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων.Αυτή  είναι η αιτία(σ.σ ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) χάριν της οποίας στην Ελλάδα το 10% του πληθυσμού κατέχει κοντά στο 56,1 % του εγχώριου πλούτου,αυξάνοντάς το από το 48,7% ,όπως κατεγράφη το 2007.Είναι επίσης η ίδια η καπιταλιστική δομή,εξαιτίας της οποίας στις Η.Π.Α , ο πλούτος του 1% του πληθυσμού ήταν 191 φορές μεγαλύτερος από εκείνον ενός μέσου νοικοκυριού το 2007, η αναλογία των μισθών των διευθυντικών στελεχών των πολυεθνικών και των εργαζόμενων έφτασε 200 προς 1 το 2000,ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο την περίοδο 1980-2007 το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού αύξησε το μερίδιό του από 7% σε 13%.[10]Τα στοιχεία αυτά,τα οποία είναι καταγεγραμμένα για την προ κρίσης καπιταλιστική περίοδο,υποδηλώνουν ότι καμία μεταρρύθμιση δε μπορεί να είναι ούτε σταθερή ούτε σοβαρή στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής,είτε υπάρχει κρίση και οξύνονται περαιτέρω οι ανισότητες είτε όχι.Ή αλλιώς «να φωνάζουμε ζητώντας ίση ή έστω δίκαιη αμοιβή στο πλαίσιο του συστήματος της μισθωτής εργασίας είναι σαν να ζητάμε την ελευθερία στο πλαίσιο του δουλοκτητικού συστήματος.Το ζήτημα δεν είναι τι θεωρείται δικαιοσύνη ή ισότητα.Το ζήτημα είναι το εξής:τι είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο στο εσωτερικό ενός δεδομένου συστήματος παραγωγής; »[11]

Καταληκτικά, όλες οι διακηρύξεις περί δίκαιης διανομής και αληθινής δικαιοσύνης στο πλαίσιο του υπάρχοντος συστήματος,δεν είναι παρά έπεα πτερόεντα με απώτερο στόχο την πολιτική απάτη για την διαιώνιση των όρων της ταξικής κυριαρχίας και της μισθωτής εργασίας. Απεναντίας,σε μια άλλη κοινωνία,όπου θα υπάρχει συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής,η μορφή δικαιοσύνης θα είναι ανάλογη του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής.Ωστόσο, «μόνο σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας,όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική δουλειά,όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις,αλλά η πρώτη ανάγκη της ζωής,όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου,τότε μόνο θα μπορεί να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και η κοινωνία θα γράψει στη σημαία της :Aπό τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του,στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!.» [12]

Μια φράση που μπορεί να είναι επικριτέα ως μαξιμαλιστική,δεν παύει ωστόσο να πυροδοτεί την κριτική σκέψη απέναντι στα διαβρωμένα θεμέλια της αστικής δικαιοσύνης.

 

*Σημείωση 1η : Στην αστική κοινωνία,τα φυσικά χαρίσματα αποτελούν αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για μια καλύτερη θέση στον καταμερισμό εργασίας.Το καθοριστικό είναι η αξιοποίησή τους,γεγονός που εξαρτάται από την οικονομική ευμάρεια του προνομιούχου ατόμου,δηλαδή από την ταξική του θέση.

  •       **Σημείωση 2η:Σε αντίθεση με το πρώιμο στάδιο της  κομμουνιστικής κοινωνίας,στην αστική δεν υπάρχει διαφορά μόνο όσον αφορά την παραγωγικότητα των ατόμων,αλλά και όσον αφορά τη θέση τους στον καταμερισμό εργασίας,όπου προβλέπεται ιεραρχική διαβάθμιση των διαφόρων επαγγελμάτων,ενώ η πρόσβαση σε ποιοτικά ‘’ανώτερα’’ επαγγέλματα κρίνεται από το βασικό δίπολο:Παραγωγική ικανότητα(η οποία καθορίζεται από τα χαρίσματα των ατόμων) + Κοινωνική τάξη.Προβλέπονται δηλαδή και εδώ ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για μια κάστα ατόμων,και συγχρόνως μεροληπτικός αποκλεισμός των κατώτερων στρωμάτων.
  • Σημείωση(3η) συντάκτη-ανεξάρτητη από κάποιο χωρίο του κειμένου: «Ατομικά μπορούμε πάντα να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε παιχνίδι,να αλλάξουμε τα δεδομένα,περνώντας από μια τάξη σε μια άλλη.Στις σύγχρονες κοινωνίες η κοινωνική κινητικότητα επιτρέπει αυτές τις μεταπηδήσεις και προαγωγές.Μέσα σε ορισμένα όρια,το άτομο μπορεί έτσι να έχει την αυταπάτη ότι επιλέγει την τάξη του,τα χαρτιά του και τη θέση του γύρω από την τσόχα.Οι παραδειγματικές επιτυχίες συντηρούν τον μύθο αυτής της ελευθερίας.Συλλογικά οι ρόλοι δεν παύουν να διανέμονται και να διαιωνίζονται σταθερά από την κοινωνική αναπαραγωγή.Η πάλη δεν είναι παιχνίδι.Είναι σύγκρουση»(Ο Μαρξ της Εποχής μας.Ντανιέλ Μπενσαΐντσελ 168).Η κοινωνική κινητικότητα είναι λοιπόν επιτρεπτή,κάτω από εξαιρετικές συνθήκες και με συγκεκριμένα όρια.Ωστόσο,οι όροι καταπίεσης δεν παύουν να υπάρχουν.Δομικά το εμπόρευμα εργασία θα βρίσκεται πάντα διαθέσιμο για το εμπόρευμα-χρήμα που περιμένει να το αξιοποιήσει(να το καταληστέψει).Οι σχέσεις παραγωγής,θεμελιωμένες στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής διατηρούνται,και καμία κοινωνική μεταπήδηση δεν το εμποδίζει αυτό.Ο καταπιεσμένος θα υπάρχει,και είναι καταδικασμένος να αντισταθεί.
More about Eponymous View