Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ JASON BOURNE: ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ Κ. ΤΑΧΙΑΟΥ

October 9, 2016

Αφιέρωσα αρκετό χρόνο στο “Η Τριτοκοσμική Ελλάδα του Τζέισον Μπορν” της κ. Χριστίνας Ταχιάου, που δημοσιεύτηκε στο protagon.gr. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, η πρώην βουλευτής εκφράζει την βαθιά της απογοήτευση για την εικόνα της Ελλάδας, όπως προβάλλεται στην ταινία “Jason Bourne”: μια χώρα στην οποία συμβαίνουν διαδηλώσεις, επεισόδια, παράνομοι αγώνες και θεάματα. Μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι σκορπίζουν όταν κινδυνεύει η ζωή τους. Στην οποία ένας άριστα εκπαιδευμένος στρατιώτης κλέβει τη μηχανή ενός αστυνομικού. Που αλλού θα μπορούσαν να συμβούν αυτά, πέρα από την Ελλάδα;

Όσο καλογραμμένο κι αν είναι το άρθρο, κι όσο θλιβερές κι αν είναι οι εικόνες, δεν μπορώ παρά να σταθώ στο παράπονο, σχετικά με την (αρνητική;) διαφήμιση που δεχόμαστε. Για αλλαγή, δεν ζούμε στον τουριστικό παράδεισο με τις χρυσές αμμουδιές και τους χαμογελαστούς ανθρώπους, που κυριαρχεί στις ρουστίκ φαντασιώσεις του μεσοαστού Ευρωπαίου. Η ταινία μας εισάγει σε μια χώρα με αστική κουλτούρα, βαλκάνιο πληθυσμό, προβλήματα…- λίγο καλύτερα, ας πούμε, από τη Βουλγαρία ή την Αλβανία.

Ξεκινώντας από τα βασικά, η Ελλάδα της ταινίας δεν είναι απαραίτητα η Ελλάδα της πραγματικότητας. Ο δημιουργός επιλέγει μια πτυχή που τον βολεύει και δουλεύει πάνω της. Δεν είναι καθρέφτισμα τόσο, όσο ένα σουρεάλ πορτραίτο. Στην ταινία, ο Bourne ανακαλύπτει την ύπαρξη συνωμοσίας πίσω από την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση. Η χώρα στην οποία τα αποτελέσματα είναι εντονότερα είναι η Ελλάδα, κι άρα εδώ διαδραματίζεται μέρος της ταινίας. Είναι τμήμα του μύθου η εξαιρετική φυσική και νοητική κατάσταση του Bourne, συνεπώς δεν θα έπρεπε να κάνει εντύπωση η υπεροχή του απέναντι στον οποιονδήποτε. Εκτός κι αν αναλόγως θα πρέπει να προσβληθούν οι Βρετανοί, οι Ιταλοί, οι Ελβετοί, οι Γερμανοί, μαζί με όσους άλλους απέτυχαν να συλλάβουν τον υπερκατάσκοπο. Όσο, δε, για τις εικόνες της διαδήλωσης, νομίζω πως θα ήταν εξαιρετικά παράδοξο ένα ανθρωποκυνηγητό στα καλντερίμια της Μυκόνου, ανάμεσα σε πλήθος που, αγνοώντας την εξέλιξη των γεγονότων, κάνει ανέμελο τα ψώνια του.

Ομολογώ, παρ’ όλα αυτά, πως μια τέτοια εικόνα θα ήταν και για μένα πιο ευχάριστη. Θα αισθανόμουν, τουλάχιστον, πως οι Έλληνες είναι ευλογημένοι με μια πανέμορφη κληρονομιά: τη φύση και την παράδοση που κράτησαν, εν πολλοίς, αναλλοίωτη, περνώντας την σαν τέτοια στα παιδιά τους. Το συναίσθημα, δηλαδή, που έχουμε συνηθίσει όταν η mainstream κουλτούρα μας χαϊδεύει τ’ αυτιά. Εξάλλου, κανείς δεν αισθάνθηκε δυσφορία, ούτε στο “Mamma Mia”, ούτε στο “For Your Eyes Only”- το πέρασμα του James Bond από την ειδυλλιακή Κέρκυρα.

Ευχάριστη εικόνα, λοιπόν, σίγουρα. Μα ούτε αληθινή, ούτε ακριβής, ούτε καν πιστευτή- κι όχι μόνο για τον Έλληνα, μα και για τον ξένο θεατή. Η όποια διαφήμιση θα προσπαθούσε ο σκηνοθέτης (αν υποθέσουμε πως θα έπρεπε κάπως να μας τιμήσει, έστω για την κατά φαντασίαν φιλοξενία), θα έπεφτε στο κενό, ως φωτογραφικό τρικ. Εντέλει, όταν επί δυο χρόνια το BBC και το TV5 προβάλλουν την απόγνωση ενός ολόκληρου λαού, ποιος θα πιστέψει πως όλα είναι ρόδινα;

Κάτι που εμμέσως οδηγεί στο ερώτημα: πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς καταλήξαμε να είμαστε ένα έθνος που θυμίζει απόγνωση στον x ή y σκηνοθέτη; Αυτή είναι μια εύλογη απορία με πολλές διαστάσεις. Δεν είναι, όμως, κρίσιμη στο ζήτημα των δικών μας προσδοκιών.

Θα έλεγα ψέματα αν ισχυριζόμουν πως δεν μοιράζομαι τις ανησυχίες της κ. Ταχιάου. Με μια διαφορά: δεν έχω την αξίωση να διαφημίζεται η χώρα μου ως κάτι άλλο, πέρα από ένα κράτος στα μεταίχμια του Πρώτου και του Δεύτερου Κόσμου, με όμορφες κι άσχημες πτυχές, με φιλόξενους κι αφιλόξενους ανθρώπους, με καλούς λόγους για να έρθει κανείς, κι άλλους για να μην πατήσει. Δεν θεωρώ τιμητική την εντύπωση πως η Ελλάδα είναι μια απέραντη, πανέμορφη, αρχαιοπρεπής ταβέρνα. Κι αν μη τι άλλο, το “Jason Bourne” είναι ειλικρινέστερο σε σχέση με την πληθώρα ταινιών, που διαιωνίζουν την εντύπωση αυτή.

Το διαχρονικό στερεότυπο, δυστυχώς, έχει καλλιεργηθεί και σε μας, τους ντόπιους: η αυτοεικόνα μιας κοινωνίας, η οποία καταξιώνεται από την ομορφιά του φυσικού της περιβάλλοντος και την προθυμία των μελών της να το διαθέτουν. Όχι από την δουλειά τους, όχι από την ευστροφία τους ή την ικανότητά τους να οργανώνουν και να επιχειρούν, μα από το γεγονός πως έτυχε και γεννήθηκαν κάτω από μια ελιά. Εξ’ ου η προσβολή μπροστά στην ξαφνική γείωση, την έκθεση σε μια πραγματικότητα που δεν φιλτράρεται προτού περάσει στο σελουλόιντ.

Όσο κι αν θα μου άρεσε να παινεύεται το σπίτι μου σε κάθε ευκαιρία, θα ήθελα κάτι τέτοιο να συμβαίνει μέσα από τα επιτεύγματά μας- όχι με βουκολικές ημί-πραγματικές απεικονίσεις των πέντε νησιών που προτιμούν φέτος τα τουριστικά πρακτορεία. Και -γιατί όχι;- μέσα από την προβολή μιας δύσκολης κατάστασης, εν μέσω της οποίας, όμως, καταφέρνουμε να ανθίζουμε σταδιακά. Δεδομένου, βέβαια, πως όντως προσπαθούμε, κι όντως ανθίζουμε.

Πολλές φορές, η στάση του Έλληνα απέναντι στην εικόνα του είναι απογοητευτική: προτιμά την εναλλακτική εκδοχή του τόπου του, μιας φωτονερόπετρας (με την άδεια του ποιητή) γεμάτης φως και νερό, μα χωρίς καθόλου πέτρα- κι αυτό, επειδή αισθάνεται αδύναμος μπροστά στο πανόραμα της κρίσης. Σε καμιά περίπτωση δεν λέω πως η πρόθεση είναι κακή. Πρόκειται για καλή πρόθεση, διοχετευμένη, όμως, σε λάθος στοχεύσεις: από την επιθυμία για κάτι καλύτερο, στην οργή, όταν προβάλλεται η αποτυχία μας να το πετύχουμε.

Παραδέχομαι πως το παρόν, όπως φαίνεται στην μεγάλη οθόνη, είναι καταθλιπτικό. Ακόμα παραπάνω, όμως, με στενοχωρεί ένα μέλλον, στο οποίο φιμώνεται η πραγματικότητα χάριν μιας πολύ βολικής φαντασίας.

Το άρθρο της κ. Ταχιάου μπορείτε να βρείτε εδώ.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.