ΠΕΝΤΕ ΣΥΧΝΑ ΨΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

November 2, 2016

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα αναφερθεί στην ανάγκη του Έλληνα να καταξιώνει την ύπαρξή του, μέσα από την ακράδαντη πίστη σε ένα κληρονομικό κατ’ αποκλειστικότητα δικαίωμα στην πατρίδα “μας”- για την οποία ως επί το πλείστον δεν κάναμε τίποτα, πέρα από το να γεννηθούμε στη σωστή οικογένεια. Έτσι δημιουργήθηκαν ορισμένοι μύθοι σχετικά με τη μετανάστευση (παράνομη ή νόμιμη), που εξυπηρετούν μόνο το να δώσουν μια λογική χροιά σε μια θεμελιωδώς παράλογη ιδέα.

Για αρχή, η προσοχή στρέφεται συνήθως στις δήθεν οικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης, με σκοπό να δικαιολογηθεί κάπως η ανικανότητα για αποδοχή του διαφορετικού. Ακρογωνιαίος λίθος, η γνωστή κι αβάσιμη θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι μετανάστες αποτελούν βάρος για το κράτος, διότι έχουν απολαβές χωρίς να πληρώνουν φόρους.

Κατ’ αρχάς, όσοι διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα υποβάλλουν φορολογική δήλωση, κατά το καθεστώς διαμονής τους. Από την άλλη, όσοι έχουν μπει κρυφά πληρώνουν επίσης φόρους: τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), αγοράζοντας αγαθά. Η αλήθεια είναι πως καταβάλλουν λιγότερα από τον μέσο φορολογούμενο, αλλά δεν έχουν πρόσβαση ούτε στα στοιχειώδη που το κράτος παρέχει: δεν μπορούν να καλέσουν την αστυνομία αν τους ληστέψουν, δεν μπορούν να απασχολήσουν δημόσια υπηρεσία, και στα νοσοκομεία μπαίνουν χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Πρόκειται για αόρατους ανθρώπους, που αφήνουν χρήματα στον κορβανά.

Στο ίδιο κλίμα διαδίδεται το μύθευμα, πως οι ξένοι “μας τρώνε τις δουλειές”. Αυτό καταρρίπτεται δυσκολότερα, γιατί και λογικότερο ακούγεται, και πιο συχνά λέγεται. Η αλήθεια είναι πως όντως καταλαμβάνουν ορισμένες θέσεις εργασίας που θα μπορούσαν να απασχολούν γηγενείς.

Παρ’ όλα αυτά, μπαίνουν στην αγορά με βασικά κωλύματα: δεν ξέρουν τη γλώσσα και την κουλτούρα, όσοι δεν έχουν χαρτιά δεν μπορούν να εργαστούν νόμιμα, κι αυτά στο επίπεδο του ανειδίκευτου. Όταν έχουμε να κάνουμε με ειδικευμένο, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται: αναγνώριση εκπαιδευτικού τίτλου, διαφορές στην τεχνογνωσία και τον εξοπλισμό, διαφορετικά εργασιακά προαπαιτούμενα, υπέρ- ή υπό-τίμηση των προσόντων τους… Πρακτικά, ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί βρίσκουν εργασία ευκολότερα είναι επειδή λαμβάνουν μικρότερες αμοιβές. Αλλά αυτό το πρόβλημα δεν είναι των μεταναστών- είναι των γηγενών, αφενός, που τους εκμεταλλεύονται, και του κράτους, αφετέρου, που δεν μπορεί να επιβάλλει την εργασιακή νομοθεσία. Άλλωστε, οι ίδιοι άνθρωποι που έδιναν μισθούς πείνας για μαύρη εργασία στους ξένους, πλέον υιοθετούν την ίδια τακτική για εξίσου εξαθλιωμένους Έλληνες.

Μετά την οικονομία, ξεκινά μια εκστρατεία δαιμονοποίησης των μεταναστών, μέσα από τη φήμη πως είναι πηγή αύξησης της εγκληματικότητας. Χαρακτηριστικά αναφέρουν πολλοί τα παραδείγματα ορισμένων περιοχών των μεγάλων πόλεων, στις οποίες όντως στατιστικά διαπράττονται περισσότερα εγκλήματα, και στις οποίες όντως κατοικεί μεγάλος αριθμός μεταναστών.

Όμως δεν υπάρχει καμιά επιστημονική μελέτη που να αποδεικνύει πως αναλογικά οι μετανάστες διαπράττουν περισσότερα βίαια εγκλήματα από τους Έλληνες. Κι ακόμα κι αν ίσχυε αυτό, δεν σημαίνει πως οι μετανάστες έχουν εγκληματικές τάσεις παραπάνω από τους ντόπιους. Είναι φυσιολογικό κάποιος που δεν γνωρίζει τη γλώσσα να μην μπορεί να διαπράττει απάτες ή πλαστογραφίες το ίδιο εύκολα με ληστείες ή φόνους. Κι ακόμα κι αν υπέθετε κανείς πως όντως, οι μετανάστες διαπράττουν αναλογικά περισσότερα εγκλήματα, βίαια ή μη, από τους γηγενείς, πάλι θα ήταν φυσιολογικό, από τη στιγμή που έτσι κι αλλιώς περιθωριοποιούνται, κι άρα οι πηγές εισοδήματός τους είναι πολύ πιο περιορισμένες από των γηγενών. Δεν φταίνε οι ίδιοι, φταίει η κοινωνική θέση που τους επιβάλλεται με την είσοδό τους.

Από γενικότερη οπτική γωνία, πολλοί ισχυρίζονται πως η μετανάστευση αλλοτριώνει την ελληνική εθνική και πολιτισμική ακεραιότητα. Κοινή είναι κι η αντίληψη, ιδίως για τους μουσουλμάνους μετανάστες, πως μπορεί να λειτουργήσουν κι ως «πέμπτη φάλαγγα» σε περίπτωση σύγκρουσης με γείτονες χώρες.

Πρόκειται για μια πλήρως αμαθή πεποίθηση, που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Με βάση την τελευταία απογραφή, το ποσοστό των αυτοχθόνων Ελλήνων φτάνει στο 92% του συνολικού πληθυσμού. Ακόμα κι αν υποτεθεί πως διαμένουν μόνιμα στη χώρα 1.000.000 παραπάνω μετανάστες από τότε, η ομοιογένεια αγγίζει το 80%, όσο, δηλαδή, στη Γερμανία και τη Σερβία- χώρες που στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν διέπραξαν βάρβαρες εθνοκαθάρσεις. Όσο για το αν θα μπορούσαν οι μετανάστες να αποτελέσουν ή όχι την πίσω πόρτα στην ακεραιότητα του κράτους, είναι γελοία η πεποίθηση πως όλοι οι μουσουλμάνοι είναι ίδιοι. Πέρα από το σχίσμα σιιτών και σουνιτών, το οποίο είναι βαθύτερο από την πολιτισμική απόσταση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, ο αραβικός κόσμος παρουσιάζει κι ισχυρή εθνική ταυτότητα. Τα ισλαμικά κράτη δεν έχουν αγαστές σχέσεις, κι οι μουσουλμάνοι πολίτες τους στην Ελλάδα, φέρνουν μαζί και την αντιπαλότητα με άλλες εθνότητες.

Η ιδέα πως όλοι οι μετανάστες είναι μια ενιαία ομάδα, που ήρθε για να μας πάρει όσα μας ανήκουν, βασίζεται εν πολλοίς στο πέμπτο και χειρότερο ψέμα: την ηλίθια πίστη πως οι παππούδες κι οι προπαππούδες μας πολέμησαν για αυτά τα χώματα, κι άρα εμείς και μόνο εμείς μπορούμε να τα διαχειριζόμαστε. Αυτή είναι κι η τελευταία γραμμή άμυνας, όταν πλέον έχουμε ξεμείνει από λογικές προτάσεις.

Ακόμα, όμως, κι αν υποθέσει κανείς πως οι πρόγονοί μας για τα χώματα πολέμησαν, κι όχι για τους γείτονες και τους φίλους τους -παρόλο που ο ηρωισμός τους έγκειται ακριβώς στο ότι θυσιάστηκαν για άλλους ανθρώπους, κι όχι για γλάστρες-, ακόμα κι έτσι στη γενιά μας δεν υπάρχουν τέτοιοι βετεράνοι. Ο τελευταίος επιζών πρέπει να είναι αισίως εκατό χρονών, κι απ’ όσο ξέρω τα παράσημα δεν κληρονομούνται.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, ορισμένοι να σταματήσουν να ψάχνουν πατρογονικούς τίτλους, ή την απουσία τους, για να στερήσουν από τον οποιονδήποτε το δικαίωμα να διεκδικεί μια ανθρώπινη και παραγωγική ζωή. Το ζήτημα της μετανάστευσης είναι πολύπλοκο και πολυδιάστατο, κι είναι κρίμα να κλείνει σε θέσφατα, αντί να γίνεται αφορμή για την αξιοποίηση του μεγάλου εργατικού δυναμικού που βρίσκεται στη χώρα μας.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.