ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ;

December 12, 2016

Σύμφωνα με πληροφορίες του BBC, ο Κάρλο Ράτι, ερευνητής για το MIT, έχει προτείνει τη μετατροπή του πρώην στρατιωτικού χωριού Πάτρικ Χένρι, κοντά στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, σε μια πειραματική πόλη, η οποία θα μπορεί να παράγει εξ’ ολοκλήρου όσα καταναλώνει. Ο διευθυντής του προγράμματος “SENSEable City Lab” δήλωσε στο διεθνές πρακτορείο πως “οφείλουμε να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα- αυτό είναι σημαντικό για μας ως αρχιτέκτονες και μηχανικούς – γιατί έτσι προοδεύει η ανθρώπινη κοινωνία”.

Άσχετα με το αν πιστεύει κανείς ή όχι στις πιθανότητες του εγχειρήματος να πετύχει, σίγουρα εγείρονται ερωτήματα σχετικά με το τι θα μπορούσαμε να είχαμε κερδίσει, εάν είχαμε επικεντρωθεί λιγότερο σε στρατιωτικές δαπάνες, και περισσότερο στην αύξηση του βιοτικού μας επιπέδου. Εάν μια ερευνητική ομάδα μπορεί να δημιουργήσει μια πρότυπη κοινότητα 4000 ατόμων μεταποιώντας όσα περίσσεψαν από μια αμερικανική στρατιωτική βάση, τι θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει με το να διατίθεντο εξαρχής οι πόροι στη βελτίωση του τρόπου ζωής μας;

Έχει υπολογιστεί από την Παγκόσμια Τράπεζα πως το 2014, το Ακαθάριστο Παγκόσμιο Προϊόν ήταν περίπου 77.9 τρισεκατομμύρια αμερικανικά δολάρια. Την ίδια χρονιά, οι αμυντικές δαπάνες παγκοσμίως έφταναν τα 2.3 τρισεκατομμύρια. Το νούμερο μπορεί να μη φαίνεται μεγάλο- ακόμα κι αφού αναλογιστεί κανείς πως το ποσό αυτό θα αρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες όλων όσων αυτή τη στιγμή ζουν κάτω από τα όρια της απόλυτης φτώχειας.

Αλλά αυτή η εντύπωση αλλάζει όταν σκεφτεί κανείς πως, αυτή τη στιγμή, εάν γινόταν προσπάθεια να καλυφθούν οι ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωση όλων των ανθρώπων κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, θα απαιτούνταν Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν της τάξης των 70 τρισεκατομμυρίων δολαρίων περίπου- ποσό που μόλις επαρκεί και για την στοιχειώδη συντήρηση των υλικοτεχνικών υποδομών. Κι αυτό, αν υποθέσουμε πως δεν υπάρχουν βαθιά προβλήματα να λυθούν, όπως το τεχνολογικό χάσμα και το χάσμα υποδομών ανάμεσα στον Πρώτο και τον Τρίτο Κόσμο, η ανανέωση υγειονομικών κι επιστημονικών πρακτικών που είναι πλέον απαρχαιωμένες, ή η αναγκαιότητα για αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Θα ισχυριζόταν κανείς πως όλα αυτά μπορούν να συνδυαστούν με την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων των εκάστοτε κρατών. Στην πραγματικότητα, όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.

Πρώτον, επειδή ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται με μεγαλύτερους ρυθμούς από το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν. Κι αν ακόμα αυτή η δυσαναλογία καταπολεμηθεί όπως καταπολεμάται χρόνια τώρα (με την καταδίκη εκατομμυρίων ανθρώπων στον Τρίτο Κόσμο στη φτώχεια) σύντομα η ανισοκατανομή του πλούτου θα οδηγήσει σε παράλογα εμπορικά ισοζύγια, στα οποία το αδιάθετο προϊόν των ανεπτυγμένων κρατών δεν θα μπορεί να μετατραπεί σε κεφάλαιο. Έτσι όπως λειτουργεί το διεθνές εμπόριο, δεν είναι δυνατόν για τις επιμέρους επιχειρήσεις να αναστείλουν την παραγωγή τους, γιατί αυτό θα τις στείλει εκτός ανταγωνιστικής διαδικασίας. Είναι υποχρεωμένες να παράγουν το δυνατόν περισσότερο, ώστε να καθίστανται το δυνατόν ανταγωνιστικές. Όσο όμως όλο και περισσότεροι άνθρωποι χάνουν την πρόσβαση στα προϊόντα τους, τόσο οδηγούμαστε στο ξόδεμα πόρων και κεφαλαίου, σε προϊόν που δεν πρόκειται να αξιοποιηθεί. Το να επιβαρύνουμε την παγκόσμια οικονομία, μαζί με όλα τα άλλα, και με δαπάνες για όπλα, που στην καλύτερη περίπτωση σκουριάζουν, είναι παράλογο.

Δεύτερον, επειδή, δυστυχώς, το αντικείμενο της βιομηχανίας των στρατιωτικών εξοπλισμών είναι ο πόλεμος. Και μια από τις κυριότερες συνέπειες του πολέμου, είναι η καταστροφή υποδομών και μέσων παραγωγής. Ασφαλώς, αυτό φαίνεται μακριά από την ειρηνική δυτική πραγματικότητα. Αλλά στο νυν μεγάλο κολαστήριο του πλανήτη, τη Συρία, ήδη έχει καταστραφεί ο,τι παραγωγικό εξυπηρετούσε τους πολίτες. Κι έχει καταστραφεί με χρήματα που το Συριακό κράτος, οι ΗΠΑ, η Ρωσία κι όσες άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις διέθεσαν, αντί να τα επενδύσουν σε σχολεία ή τεχνολογικές εφαρμογές. Σήμερα, η Συρία, από ανεπτυγμένο κράτος είναι μια ακόμη no man’s land, κάνοντας τη διάθεση αυτών των πόρων, από λογιστικής απόψεως, μια όσο το δυνατόν λιγότερο κερδοφόρα επένδυση. Και το κόστος της “επένδυσης” αυτής έχει φανεί στις οικονομίες όλων των κρατών που διατηρούσαν θετικά εμπορικά ισοζύγια με τη Συρία- ανάμεσα σ’ αυτά, κι η Ελλάδα.

Τρίτον, και πιο σημαντικό, επειδή, όσο αυξάνεται ο όγκος των στρατιωτικών εξοπλισμών, τόσο αυξάνεται και το κόστος συντήρησής τους, καθώς και το κόστος του αναγκαίου αφοπλισμού και της ανάπτυξης ειρηνικών μεθόδων επίλυσης διαφορών. Και μαζί αυξάνεται και το κόστος της παραγωγής τροφίμων, η οποία δεν μπορεί να συγχρονιστεί με την αύξηση του πληθυσμού, το κόστος της συντήρησης των υπαρχουσών υποδομών, οι οποίες πηγαίνουν πίσω για να διατηρηθούν οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, της μεταποίησης αγαθών, για τα οποία οι απαιτήσεις παγκοσμίως αυξάνονται, και της παραγωγής ενέργειας, μιας κι ο λιγνίτης και το πετρέλαιο σε μερικά χρόνια θα μας έχουν τελειώσει.

Πριν από μερικές δεκαετίες, μπορούσαμε να πούμε με μεγάλη ασφάλεια πως ο πόλεμος είναι ανήθικος κι αντιπαραγωγικός. Σήμερα πλέον, ακόμα κι η προετοιμασία για αυτόν είναι μη βιώσιμη για την παγκόσμια οικονομία. Ευτυχώς, τα κράτη στο σύνολό τους από το 2014 έχουν μειώσει τις αμυντικές δαπάνες τους, δείχνοντας μια βασική συναίσθηση της πραγματικότητας. Όμως ο κίνδυνος από την άσκοπη κατανάλωση στο χειρότερο δυνατό πεδίο, τους εξοπλισμούς, παραμένει.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.