ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

January 20, 2017

 

Στον απόηχο των τεκτονικών αλλαγών εντός ΟΝΕ και κυρίως ΕΕ, πιστεύω πως είναι ώρα να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους εστιάζοντας κυρίως στο μύθο Βορρά-Νότου υπό το πρίσμα ενός key factor: της προδηλως ανισομερούς ανταγωνιστικότητας, που προωθήθηκε από τις ίδιες τις δομές της ΟΝΕ και δημιούργησε(υπαιτίως και αιτιωδώς που θα έλεγε και το συνάφι μου) την Ευρώπη των ”δύο ταχυτήτων” υποβαθμίζοντας το όραμα της ενωμένης και ισότιμης  Ευρώπης των λαών σε ουτοπική αναζήτηση.

Με την δημιουργία της νομισματικής ένωσης και της ενιαίας αγοράς, ο εθνικός εμπορικός ανταγωνισμός οξύνθηκε με τις πλέον ανταγωνιστικές οικονομίες του Βορρά να αποκτούν έξτρα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με την ευρωπαϊκή περιφέρεια, καθώς η τελευταία δεν διέθετε πλέον τα εργαλεία της εθνικής συναλλαγματικής(λχ υποτίμηση νομίσματος) και νομισματικής πολιτικής(λχ αύξηση προσφοράς χρήματος), που πλέον ανήκαν αποκλειστικά στην ΕΚΤ.Έτσι, οι χώρες της περιφέρειας δεν μπορούσαν πια να εξουδετερώσουν τον υψηλό τους πληθωρισμό μέσω του συναλλακτικού μηχανισμού αλλά αδήριτα μόνο μέσω του μηχανισμού της αγοράς(μείωση ζήτησης και κόστους παραγωγής, απώλεια αγορών κλπ).Με άλλα λόγια, ενόψει της ευχερέστερης συγκρισιμότητας των τιμών λόγω του ενιαίου νομίσματος,η εξωτερική εμπορική ανταγωνιστικότητα των χωρών αυτών επλήγη λόγω του συγκριτικά μεγαλύτερου πληθωρισμού[  πραγματική ανατίμηση ευρώ ως προς τρίτους]που εμφάνιζαν σε σχέση με τις χώρες του πυρήνα.

Μπορεί ο μέσος όρος του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα, λίγο πολύ σύμφωνα με το στόχο της νομισματικής σταθερότητας (De Grauwe, 2009), αλλά  στις κατ’ ιδίαν, χώρες της ΟΝΕ οι ρυθμοί ετήσιας μεταβολής των τιμών διέφεραν ουσιωδώς, παρά την τάση για σύγκλιση των επιπέδων τιμών προς της εντάξεως, με ταχύτερη αύξηση των τιμών των χωρών της περιφέρειας (Fischer, 2009). Αυτό είχε ως συνέπεια να χάνουν σε ανταγωνιστικότητα τιμών εντός της ΟΝΕ οι χώρες με συγκριτικώς υψηλότερο πληθωρισμό, όπως η Ελλάδα και άλλες χώρες της περιφέρειας, και να κερδίζουν οι χώρες με συγκριτικά χαμηλότερο, όπως οι βόρειες χώρες (Mathes, 2009, EEAG, 2011a, Deutsche Bundesbank, 2010b).Η πραγματική ανατίμηση του ευρώ ήταν υψηλότερη από την ονομαστική για τις χώρες της περιφέρειας, καθώς η επίπλαστη, ταχύτερη οικονομική μεγέθυνση ερείδετο στην πανάκεια του φθηνού δανεισμού και των ξένων επενδύσεων,που ευνόησαν την υψηλή αύξηση των αμοιβών εργασίας,την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική κλπ.Έτσι, η ευρωπαϊκή περιφέρεια αυτό-υπονόμευσε τις εξαγωγικές τις δυνατότητες και εστράφη στην εύκολη λύση των εισαγωγών, καταβαραθρώνοντας το εμπορικό τους ισοζύγιο.

Ο λόγος που παρατηρήθηκε αυτό το ανταγωνιστικό χάσμα δεν εξίκνειται σε απλουστεύσεις του τύπου ο ”σπάταλος νότος”, όσο στην εμβαλλωματικότητα και τα δομικά, συστημικά ελλείμματα της ευρωζώνης. Βλέπετε η ΟΝΕ ήταν ένα κατ’επίφαση οικονομικό εγχείρημα  που ουσιαστικά αποσκοπούσε στην εμπέδωση της πολιτικής ένωσης και της οικονομικής συνεργασίας.Η προώθηση μιας νομισματικής ένωσης χωρίς μία αντίστοιχη lato sensu οικονομική(δημοσιονομική, εισοδηματική κλπ πολιτική) και τραπεζική-χρηματοπιστωτική και τα θεσμικά και κανονιστικά ελλείμματα που παρακώλυαν μια ενιαία οικονομική διακυβέρνηση είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας δομικά ατελούς και θνησιγενούς ένωσης(κάτι που διεφάνη και από την κρίση του 2008). Σε αυτό συνετέλεσαν κυρίως η ευήθης και ολίγον αλαζονική πεποίθηση των εμπνευστών της ότι το ευρώ θα άντεχε με τον έλεγχο του πληθωρισμού και των λοιπών κριτηρίων του Μάστριχτ και αφετέρου η διστακτικότητα των ανταγωνιστικών και κραταιών οικονομιών να συναινέσουν σε θεσμούς όπως λχ δημοσιονομικές μεταβιβάσεις που θα άμβλυναν το αναμενόμενο ανταγωνιστικό χάσμα.

Έτσι, συστεγάστηκαν υπό την σκέπη της ΟΝΕ κράτη με αποκλίνουσες νομισματικές κουλτούρες και η κατίσχυση του μονεταριστικού προτύπου της Bundesbank έδωσε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις χώρες του Βορρά.

Η Γερμανία και οι άλλες χώρες της κεντρικής και βορείου Ευρώπης, λόγω των αρνητικών βιωμάτων με διαδοχικούς υπερπληθωρισμούς, έχουν διαμορφώσει “κουλτούρα” νομισματικής σταθερότητας (Stabilitätskultur), ενώ  αυτές του Ευρωπαϊκού Νότου, δίδουν μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική μεγέθυνση και θεωρούν ότι η νομισματική πολιτική οφείλει να εξυπηρετεί τον εν λόγω στόχο, αδιαφορώντας για τις πληθωριστικές πιέσεις. Επίσης, εντόνως αποκλίνουσες είναι οι στάσεις για την άσκηση της δημοσιονομικής, της εισοδηματικής και της κοινωνικής πολιτικής καθώς και για τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους στην οικονομίας.

Η Γερμανία, προκειμένου να αποφύγει τη δημιουργία μίας πληθωριστικής κοινότητας, συνυπέγραψε τη συμμετοχή της στην ΟΝΕ, υπό τον όρο ότι η νομισματική ένωση θα υιοθετούσε το μονεταριστικό υπόδειγμα της Bundesbank.Τουτέστιν, εμμονή στην σταθερότητα των τιμών και τον έλεγχο του πληθωρισμού και αποφυγή της αύξησης της προσφοράς χρήματος ως μέσο αντικυκλικής πολιτικής για την αναθέρμανση της ζήτησης, την ενίσχυση της απασχόλησης και την παροχή πρόσθετης ρευστότητας σε περιπτώσεις έκτακτων οικονομικών διαταραχών.

Η υπερεθνικοποίηση και η προωθημένη αποπολιτικοποίηση της νομισματικής πολιτικής συνεπέφερε σε μεγάλο βαθμό την αποψίλωση των εθνικών οικονομικοπολιτικών οπλοστασίων (Κότιος, 2000). Αυτό ισχύει και για άλλες οικονομικές πολιτικές. Ενδεικτικά, η δημοσιονομική και η εισοδηματική πολιτική παραμένουν τυπικά αποκεντρωμένες, δηλαδή domaines réservés των κρατών μελών (Papastamkos, 2005). Αυτές υπόκεινται, ωστόσο, σε θεσμικούς και πραγματικούς περιορισμούς. Έτσι, λ.χ., η Συνθήκη για την ΕΕ και το Σύμφωνο Σταθερότητας (1997) περιορίζουν εν πολλοίς την ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής να επιδιώκει, σε εθνικό επίπεδο, τους στόχους της σταθεροποίησης, της ανακατανομής και της ανάπτυξης. Χώρες που εντάσσονται στο Ευρώ με έλλειμμα πλησίον του 3% και χρέος άνω του  60%, με χρεωμένους δημοσίους οργανισμούς και δημόσιες επιχειρήσεις υφίστανται συγκριτικώς μεγαλύτερο περιορισμό της δημοσιονομικής ευελιξίας τους. Ακόμη, η εισοδηματική πολιτική δεν έχει πλέον την υποστήριξη της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Αμοιβές οι οποίες δεν τελούν εν σχέσει ευθέως ανάλογη προς την παραγωγικότητα επιφέρουν μείωση της ανταγωνιστικότητας και αυξάνουν την ανεργία.

Ασφαλώς, για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι η νομισματική πολιτική ήταν κατά την πρώτη δεκαετία της ΟΝΕ συχνά προκυκλική, δηλαδή ενίσχυε τον πληθωρισμό και τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ταχύτερα μεγεθυνόμενες οικονομίες, κυρίως, της περιφέρειας, αλλά και την ύφεση σε ορισμένες χώρες του Ενωσιακού Βορρά (Buti et al, 2009, Hughes Hallet and Richter 2008, Prausselo, 2011).Δεν διευκόλυνε, δηλαδή, ούτε τις –κατά τα άλλα, ευνοημένες’’-χώρες του Βορρά.Ήταν οι χώρες του Νότου που αγνόησαν τους όρους παιγνιδιού της ΟΝΕ και δεν αξιοποίησαν τα δυνητικά πλεονεκτήματά της. Αντιθέτως, επέτειναν τα ανταγωνιστικά μειονεκτήματά τους, εκμεταλλευόμενες την πρόσβαση τους σε φθηνό χρήμα και ενισχύοντας έτσι τον πληθωρισμό, τα δημοσιονομικά και εμπορικά τους ελλείματα αλλά και το καλπάζον δημόσιο χρέος τους, υποβαθμίζοντας την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους.

Η εμπειρική παρατήρηση μαρτυρεί ότι οι βόρειες χώρες της ΟΝΕ, οι οποίες υπερτερούσαν ούτως ή άλλως στους μη τιμολογιακούς συντελεστές της ανταγωνιστικότητας (π.χ. έρευνα και καινοτομία, ανθρώπινο δυναμικό, επενδυτικό περιβάλλον, οργάνωση και διοίκηση των επιχειρήσεων, λειτουργία του ανταγωνισμού, δημόσια διοίκηση, δομές και υποδομές, κεφάλαια), εξοικειωμένες με το νέο ανταγωνιστικό «παιγνίδι», προσάρμοσαν και εκείνες τις εθνικές πολιτικές τους που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα τιμών (Deutche Bundesbank 2010 a, European Commission 2010 c ). Έτσι, ορισμένες εξ αυτών (π.χ. Γερμανία, Αυστρία, Φιλανδία, Ολλανδία) εφάρμοσαν σφιχτές εισοδηματικές πολιτικές με συγκράτηση της αύξησης ή ακόμη και με πάγωμα μισθών, φορολογικές ελαφρύνσεις, μειώσεις στις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές κ.ά., με αποτέλεσμα να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους εντός της ΟΝΕ και τα πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους (European Commission 2010a and 2010b). Στον αντίποδα, ορισμένες χώρες της Ενωσιακής περιφέρειας, με χαρακτηριστικότερο το παράδειγμα της Ελλάδος, οι οποίες υστερούσαν στους μη τιμολογιακούς συντελεστές της ανταγωνιστικότητας, όχι μόνον αγνόησαν το γεγονός ότι το βασικότερο ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα εντός της ΟΝΕ είναι οι τιμές των αγαθών και υπηρεσιών τους, αλλά προέβησαν και σε γενναίες αυξήσεις του κόστους εργασίας πάνω από την παραγωγικότητα και σε αύξηση των άλλων παραμέτρων του κόστους παραγωγής (Maliaropoulos, 2010, Mathes, 2009, Κότιος, 2011). Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν αναπόφευκτη η ανταγωνιστική απόκλιση μεταξύ βορείων και περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης και η εμφάνιση μακροοικονομικών ανισορροπιών (Arghyrou and Chortareas, 2008, Zemanek et al, 2010, Schrader and Laaser, 2010).

Και κάπως έτσι καταλήξαμε στο ψευδοδίπολο πλεονασματικός Βορράς- ελλειμματικός Νότος, ενώ η εμμονή του ηγεμονεύοντος γερμανικού άξονα στην άνω πολιτική και την αποστροφή σε νεοκεϋνσιανές αντικυκλικές πολιτικές επέφεραν την κατίσχυση της λιτότητας και την οικονομική και κοινωνική παρακμή του Νότου.

Σύμφωνοι, λοιπόν, ερίτιμοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών δεν τα ”φάγαμε” παρέα.Αλλά μην προσποιείστε ότι δεν έχετε τις ευθύνες σας για αυτή την κατάσταση.Α, και πριν υπερθεματίσετε ξανά για την μεγαλοψυχία του bail-out σας προς τον ατασθαλή Νότο αναλογιστείτε πως το πέραν κάθε οικονομικής λογική σχέδιο σας για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους του Νότου είχε στόχο να σώσει τις δικές σας τράπεζες(πρώτον γιατί διακρατούσαν πολλά τοξικά του ομόλογα και αφετέρου γιατί πιθανός χρηματοπιστωτικός κλονισμός του κοινού νομίσματος θα έθετε σε κίνηση ένα εφιαλτικό χρηματοπιστωτικό ντόμινο), ενώ και αυτή καθαυτή η κρίση χρέους και η σχεδόν προβοκατόρικη επιδείνωση της οφείλεται σημαντικά στην πρωτοφανή έκθεση του ευρωσυστήματος στις διαθέσεις των χρηματαγορών.

Αναγνωρίστε, λοιπόν, την συστημικότητα του προβλήματος και πάψτε να αναζητείτε εξιλαστήρια θύματα.Είναι πια ώρα η ευρωπαϊκή ηγεσία να επιλέξει μεταξύ του πραγματικού στρατηγικού διλήμματος: ομοσπονδιοποίηση της οικονομικής και πολιτικής ένωσης ή διάλυση και επιστροφή στα εθνικά νομίσματα και την εθνική απομόνωση.

 

More about Eponymous View