ΕΥΡΩ: Η ΒΡΑΔΥΦΛΕΓΗΣ ΒΟΜΒΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ

January 24, 2017

 

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Καθημερινής,στόχος των διεθνών κερδοσκόπων γίνεται το ευρώ αυτή τη φορά μέσω της Ιταλίας που πλέον θεωρείται ο νέος αδύναμος κρίκος του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος μετά την Ελλάδα. Τα στοιχήματα εις βάρος του ευρώ και της Ιταλίας έχουν ξεκινήσει με πληροφορίες να αναφέρουν ότι τουλάχιστον δύο από τα hedge funds που είχαν πρωταγωνιστήσει στο σορτάρισμα εις βάρος της Ελλάδας να έχουν κάνει και πάλι την εμφάνισή τους.

«Ετοιμάζονται» ήταν το σχόλιο διεθνούς επενδυτή που είναι σε γνώση των αποφάσεων που λαμβάνουν τα strategical boards στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, όπου επιλέγονται οι επόμενοι στόχοι και όπως όλα δείχνουν ο σημαντικότερος από αυτούς που έχουν επιλεγεί είναι η Ιταλία και κατ’ επέκταση η Ευρωζώνη.

Η επίθεση αναμένεται να εκδηλωθεί μέσα στο 2017 με την ιταλική οικονομία να έχει στοχοποιηθεί ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την επόμενη ημέρα της Ευρωζώνης, πολύ μεγαλύτερο από την Ελλάδα.

“Το χειρότερο; Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν τα λεφτά που θα απαιτηθούν για να σωθεί η ιταλική οικονομία αν δεχθεί την επίθεση» σημειώνεται χαρακτηριστικά από όλους όσοι έχουν γνώσει της κατάστασης.

Το χειρότερο απ’ όλα κατά την εφημερίδα είναι ότι οι δύο μεγάλοι παίχτες που ξεκίνησαν το σορτάρισμα έχουν τεράστια δύναμη και μπορούν να ασκήσουν ανάλογη πίεση. Στην περίπτωση της Ελλάδας ο ένας από αυτούς κέρδισε 500 εκατ. δολάρια. Η επίθεσή τους είναι μαζική, συνεχής και ανηλεής.

Όπως αναφέρει η εφημερίδα κομβικό σημείο των εξελίξεων θα αποτελέσουν οι χειρισμοί για τη διάσωση της Monte dei Paschi di Siena (MPS) της τρίτης μεγαλύτερης ιταλικής τράπεζας και της αρχαιότερης στην Ευρώπη.

Το μήνυμα ξεκάθαρο και ας μην ταράζει τους οικονομικούς ταγούς της ευρωζώνης. Το ευρώ μπορεί χρηματοπιστωτικά να οχυρώθηκε, η ευρωζώνη δομικά να αναδιαρθρώθηκε και να απώθησε το κραχ του 2008 και των ”μετασεισμών” του( βλπ ελληνική κρίση), αλλά όσο δεν αντιμετωπίζει τις δομικές αδυναμίες και τα συστημικά ελλείματα της παραμένει έκθετη και ευάλωτη, αμήχανη και ασθμαίνουσα στα απόνερα των πολιτικών τεκτονικών ανακατατάξεων εντός του πυρήνα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι.

 

Η δημιουργία ενός συστήματος εκτεθειμένου στις ιδιωτικές χρηματοπιστωτικές αγορές και ανοχύρωτου έναντι των  κερδοσκοπικών παιγνίων

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) έχει ως αποκλειστικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών και απαγορεύει άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση του δημοσίου τομέα των κρατών μελών και των θεσμών της Ένωσης. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δύνανται να χρηματοδοτούν τα όποια ελλείμματά τους αποκλειστικώς μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών, επί τη βάσει της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι κυρίαρχο ρόλο στο Ευρωσύστημα αποκτούν οι λεγόμενοι «οίκοι αξιολόγησης» που προσδιορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα (Παπαστάμκος,  2006, 2008). Σχετικώς με τους οίκους αξιολόγησης διαπιστώνονται δύο παράδοξα: Πρώτον,  ότι “υφίστανται διεθνοποιημένοι οίκοι αξιολόγησης χωρίς, όμως, διεθνοποιημένη εποπτεία”. Δεύτερον, ότι “ιδιωτικά σχήματα και συμφέροντα εκτός Ευρώπης εμφανίζονται επικυρίαρχα έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών και των κρατών” (Παπαστάμκος, 2010).

Ενδεχόμενη επιθετική πολιτική αξιολόγησης των εν λόγω οίκων θα ηδύνατο να οδηγήσει σε όξυνση  των κρίσεων χρέους και αύξηση των κερδών των πιστωτών λόγω καταχρηστικής αύξησης των επιτοκίων, ενώ υπερεκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας ιδιαιτέρως χρεωμένων χωρών της ΟΝΕ, όπως έγινε μεταξύ 2001 και 2008 στην περίπτωση της Ελλάδος και των άλλων χωρών της περιφέρειας, μπορεί να οδηγήσει σε φθηνότερη του κανονικού χρηματοδότηση και σε δραματική αύξηση του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού χρέους.

Στην ακραία δε περίπτωση της μαζικής υποβάθμισης των χωρών της ΟΝΕ, θα προκαλείτο η πλήρης κατάρρευσή της, δεδομένου ότι όλες οι χώρες της εμφανίζουν, αν και σε διαφορετικό βαθμό, υψηλά ποσοστά δημοσίου χρέους!

Μάλιστα, η σύγχρονη κερδοσκοπία δεν περιορίζεται στις συναλλαγματικές ισοτιμίες του ευρώ, αλλά χρησιμοποιεί και νέα μέσα, όπως είναι οι συμβάσεις αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου (CDS) και διάφορες άλλες τιτλοποιήσεις (Παπαστάμκος, 2010). Σε αντίθεση με άλλες χώρες (π.χ. ΗΠΑ, ΗΒ, Ιαπωνία), οι χώρες μέλη της ΟΝΕ δεν διαθέτουν τη δυνατότητα, σε περιόδους εντόνων διαταραχών, να έχουν ως σύμμαχό τους την Κεντρική Τράπεζα, την μόνη που μπορεί να παράσχει απεριόριστη ρευστότητα και να αντιπαλεύει τις επιθετικές στρατηγικές των ιδιωτικών αγορών(‘’last resort’’). Εάν οι αγορές σταματήσουν το δανεισμό τότε η μόνη λύση είναι ο εξωτερικός δημόσιος δανεισμός ή η χρεοκοπία (De Grauwe 2011 and 2012).  Τέλος, η αποστείρωση της νομισματικής πολιτικής καθιστά ευάλωτα τα κράτη μέλη στο ζήτημα της μεταχείρισης των εθνικών τους τραπεζών, οι οποίες, λόγω του μακροοικονομικού κόστους που θα προκαλούσε η παύση λειτουργιών μίας ή πολλών εξ αυτών, δεν πληρώνουν πάντοτε για τα επιχειρηματικά τους λάθη, ενώ, αντιθέτως, ευνοούνται από την ιδιωτικοποίηση των κερδών και την κοινωνικοποίηση των ζημιών (Goldstein and Véron 2011).

Έτσι, η άλλοτε κραταιά ευρωζώνη, της οποίας οι εμπνευστές κομπορρημονούσαν για την αναμφίλεκτη σταθερότητα και ανθεκτικότητα, ήταν εκ προοιμίου έκθετη στις διαθέσεις των αγορών και αλλότριων συμφερόντων ως αναπόδραστο αποτέλεσμα της βιασύνης και της εμβαλλωματικότητας του σχεδιασμού της(νομισματική ένωση δίχως οικονομική και τραπεζική ένωση!).

Προσωπική εκτίμηση;

Το αναπόφευκτο δίλημμα: Διάλυση ή  de facto ομοσπονδοποίηση.

Η κρίση μιας νομισματικής ένωσης, που απέχει πολύ από το να αποτελεί έναν βέλτιστο οικονομικό χώρο (optimum currency area), είναι εγγενής του συστήματος (Rogoff 2012). Θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνον εάν δημιουργούντο ή δημιουργηθούν μηχανισμοί όμοιοι μ’ αυτούς που ισχύουν σε ομόσπονδα κράτη, δηλαδή με την διακρατική μεταφορά εισοδημάτων, με κεντρικές, εκτός της νομισματικής, και τις άλλες οικονομικές πολιτικές, με εναρμόνιση του πολιτικού κύκλου, με δημοκρατική νομιμοποιήσει οργάνων που θα έχουν στα χέρια τους τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η νομισματική ένωση προϋποθέτει και την πολιτική.

Τα νέα εργαλεία διακυβέρνησης της ΟΝΕ, αυτά που ήδη δημιουργήθηκαν, αυτά που είναι σε εξέλιξη (π.χ. δημοσιονομικό σύμφωνο) και αυτά που προτείνονται (π.χ. Ευρωομόλογα, ευρωπαίος υπουργός οικονομικών) είναι δύσκολο να λειτουργήσουν μόνιμα και αποτελεσματικά σε διακρατικό επίπεδο, χωρίς να προκαλέσουν νέες πολιτικές εντάσεις.[kotios 2011]

Συνεπώς, η κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί οριστικά και αμετάκλητα μόνον σε δύο ακραίες περιπτώσεις: στην περίπτωση που οι χώρες της Ευρωζώνης αποφάσιζαν να σχηματίσουν μια πλήρη πολιτική ένωση (Welfens 2012), πράγμα πολύ δύσκολο στο ορατό μέλλον ή στην περίπτωση που αποφάσιζαν να επιστρέψουν όλες μαζί στα εθνικά τους νομίσματα.

More about Eponymous View