Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΑΜΟΥΡΑΙ

March 24, 2017

Βρισκόμαστε στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα. Ο αυτοκράτορας, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, θέλει να αναθέσει την εθνική ασφάλεια της χώρας στο στρατό, εγκαταλείποντας το παραδοσιακό και σίγουρα, βάσει των δεδομένων, αναχρονιστικό ‘’μοντέλο’’ των σαμουράι μαχητών-υπερασπιστών του Κράτους. Αυτό που θα του εξασφαλίσει την επιτυχία του εγχειρήματος είναι η εκπαίδευση του στρατού από έμπειρους αμερικανούς αξιωματικούς, γνώστες του Εμφυλίου Πολέμου. Βασικό πρόσωπο ανάμεσα στους εκπαιδευτές είναι ο Νέιθαν Άλγκρεν (Τομ Κρουζ), ο οποίος αιχμαλωτίζεται από ομάδα σαμουράι και μεταφέρεται στο χωριό των τελευταίων κατόπιν σύγκρουσης  της διμοιρίας του με την ομάδα αυτή. Και κάπου εδώ ξεκινάει η βασική πλοκή. Όμως δε θα επεκταθώ σε περαιτέρω παρουσίαση της ταινίας.

Η πλοκή δεν εξαντλείται στην εξωτερική πολεμική προετοιμασία και σύγκρουση των δύο στρατοπέδων, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά το ίδιο το σενάριο και με τη βοήθεια του σκηνοθέτη Έντουαρντ Ζούικ επιλέγει να αφιερώσει αρκετό χρόνο τόσο στη παρουσίαση της ζωής των σαμουράι όσο και στο συναισθηματικό κόσμο των βασικών ηρώων, δημιουργώντας ένα είδος εσωτερικής πλοκής, που αγγίζει το θεατή σε ψυχολογικό επίπεδο, παρακινώντας τον να αποτελέσει κι αυτός –έστω υποσυνείδητα- μέρος της ταινίας,  να πάρει κι αυτός θέση απέναντι στις συναισθηματικές συγκρούσεις και ανισορροπίες, στα πάθη και στον άλλοτε σταθερό και άλλοτε ευμετάβλητο εσωτερικό κόσμο των ηρώων.

Τα αντιθετικά σύνολα εμφανίζονται και κυριαρχούν καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Πόλη-χωρίο, εκσυγχρονισμός-παράδοση, αγάπη-μίσος, φόβος-θάρρος, εξουσία-υποταγή, ‘’άβουλο’’-αποφασιστικότητα, πατριωτισμός-συμφέρον, τιμή-χρήματα αποτελούν δομικά στοιχεία και αιωρούνται συνεχώς για να βρουν την κορύφωσή τους στο αντιθετικό δίπολο μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, μέσω του οποίου ο σκηνοθέτης εξάρει το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής.

Πραγματικά, ένας ύμνος της ανθρώπινης ψυχής, των αστείρευτων δυνάμεων της, του σθένους και του θάρρους της. Κι όλα αυτά μέσω της αντιπαραβολής του αντίπαλου δέους, της άψυχης και άχαρης, της αδύνατης να συναισθανθεί και να πιστέψει μηχανής. Υπενθυμίζεται απλόχερα σε όλους τους θεατές ότι ο αυτεξούσιος και αυτοκαθοριζόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να συγκριθεί με τα ‘’ετεροκαθοριζόμενα’’ μηχανήματα, οποιουδήποτε είδους, τα δημιουργήματα αυτού. Στην ταινία το αδύνατο καθίσταται δυνατό, το ουτοπικό λαμβάνει μορφή πραγματικού και επιτεύξιμου και το πλέον απίθανο και φανταστικό μοιάζει πιθανό και υλοποιήσιμο, ακριβώς γιατί μεσολαβεί η πίστη στις ανθρώπινες δυνάμεις.

Η εκτενής ενασχόληση της ταινίας με τη ζωή των σαμουράι, μπορεί να επιβραδύνει πολύ την πλοκή και ίσως και να κουράζει μέρος των θεατών, όπως υποστηρίζουν πολλοί, μας δίνει όμως τη δυνατότητα να εξάγουμε ένα σημαντικό –τουλάχιστον για μένα- συμπέρασμα ή αν θέλετε μας υποκινεί να θέσουμε το ακόλουθο ερώτημα: τι ρόλο πρέπει να παίζει η παράδοση στις ζωές μας; Αυτό που λαμβάνει κανείς ως μήνυμα είναι ότι λαός χωρίς σεβασμό στην παράδοση και το παρελθόν του καθίσταται μέρος της, υποκινούμενης μέσω της παγκοσμιοποίησης, μάζας, έρμαιο των διεθνών συμφερόντων και υποκείμενο χωρίς δική του βούληση. Αλλά και ο τρόπος που κυλάει η ζωή στο χωριό των σαμουράι, μας υπενθυμίζει ότι η ευτυχία είναι ζήτημα υποκειμενικό και όχι απαραίτητα συνδεδεμένο με τον αστικό-υλικό τρόπο ζωής.

Σε κάθε περίπτωση ο θεατής ανταμοίβεται για την επιλογή του να δει την ταινία και από τα μαγευτικά τοπία, στα οποία σίγουρα έχει συντελέσει και το γεγονός ότι πίσω από τις κάμερες μαζί με τον σκηνοθέτη Ζούικ, βρισκόταν και ο βραβευμένος με Όσκαρ διευθυντής φωτογραφίας Τζων Λολ. Θα μου πείτε αν ήθελε κανείς να δει τοπία ας έβλεπε ντοκιμαντέρ του National Geographic. Υπάρχει όμως μία βασική διαφορά. Άλλο να βλέπεις ένα όμορφο τοπίο και άλλο μέσα σε αυτό να εντάσσεται ο κάθε ήρωας με τον ιδιαίτερο ψυχισμό του και το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλάει μαζί του. Το γάργαρο τρεχούμενο νερό μέσα στο δάσος αναδεικνύεται όταν στο πλάνο εντάσσεται η αγνότητα και η λεπτότητα μιας κοπέλας του χωριού, που χρησιμοποιεί το νερό για να πλυθεί, αλλά και τα ίδια τα χαρακτηριστικά της κοπέλας αναδεικνύονται επαρκέστερα με τη σύνδεση της με τη λεπτότητα και καθαρότητα του φυσικού αυτού τοπίου. Από την άλλη, η καταπράσινη, αλλά λιτή και άδεια, απέραντη πεδιάδα είναι το ιδανικό τοπίο για να ξετυλιχθεί όλη η βαρβαρότητα και σκληρότητα του πολέμου.

Όλα αυτά πλαισιώνονται από τη μουσική του Χανς Ζίμμερ, ο οποίος πιστεύω ότι έκανε πραγματικά καλή δουλειά στοιχίζοντας με επιτυχία τη μουσική κάθε σκηνής με το περιεχόμενο αυτής, αυξομειώνοντας δηλαδή την ένταση και την ποιότητα της μελωδίας ανάλογα με τα πρόσωπα, τις πράξεις και τα τοπία κάθε σκηνής και κυρίως αποτυπώνοντας πλήρως τον ηρωικό τόνο της βασικής μάχης, που εκτυλίσσεται στο τέλος.

Σε επίπεδο ηθοποιίας νομίζω ότι βασικός κερδισμένος είναι ο Κεν Γουατανάμπι, ο δεύτερος βασικός χαρακτήρας μετά τον Τομ Κρουζ, ο οποίος ανταποκρίθηκε πάρα πολύ καλά στις απαιτήσεις του ρόλου του, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Τομ Κρουζ δεν μπορεί να καταταγεί στου πολύ μεγάλους ηθοποιούς της εποχής μας.

Μπορεί να μην είναι η καλύτερη ταινία που θα έχετε δει, σε κάθε περίπτωση όμως εισφέρει στο θεατή στοιχεία ιδιαίτερα.

 

Εικόνα: moviecrushforsure.blogspot.com

More about ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Φοιτητής Νομικής και επιμελής. Σπαστικά επιμελής. Αδυνατεί να λειτουργήσει χωρίς πρόγραμμα και σας προκαλεί να βρείτε μισή ώρα μέσα στη μέρα του, που θα τον βρείτε απλά να κάθεται.. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αθλητισμό (παρόλο που δεν είναι καν σε ομάδα). Συγκαταβατικός και υπομονετικός στις συζητήσεις -όσο το σηκώνει το κλίμα. Κοινωνικό σχόλιο: εκνευρίζεται με την ευπιστία, την ακρισία και την επιπολαιότητα του Έλληνα.