ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΣΤΟΜΟ: ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΔΡΑΚΟ

April 13, 2017

“Η Ελλάδα θεωρεί παγίως, ότι ορισμένες από τις απαιτήσεις που αφορούν το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις της εποχής της κατοχής είναι πάντα νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες”, δήλωσε κατά την προσφώνηση του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Προκόπης Παυλόπουλος, στο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του ο Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ.

Προφανώς, η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό, κι όχι η διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Σε μια στιγμή διαύγειας, ο κ. Παυλόπουλος δεν απέκλεισε την πιθανότητα της διεκδίκησης, από τη στιγμή που το σύνολο του επισήμου κράτους δεν την αποκλείει. Επιπλέον, έχει δίκιο ως προς το ότι οι αποζημιώσεις καθαυτές, καθώς κι οι αξιώσεις από το αναγκαστικό δάνειο, μπορούν να απαιτηθούν από το ελληνικό δημόσιο σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα (με αμφίβολη, βέβαια, επιτυχία).

Παρ’ όλα αυτά, οι δηλώσεις του θυμίζουν έντονα τη στάση της νυν κυβέρνησης απέναντι στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων για τα εγκλήματα του Διστόμου- την οποία, μάλιστα, (πρώην) υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη είχαν (κι έχουν, με άλλη παράταξη) αναγάγει σε επικεφαλίδα του προγράμματός τους. Πρόκειται για μια σειρά δικαστικών αποφάσεων (137/1997 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, 11/2000 Αρείου Πάγου) οι οποίες αναγνωρίζουν αξιώσεις κατά του γερμανικού δημοσίου στους επιζώντες της σφαγής του Διστόμου, ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα.

Εδώ χρειάζονται ορισμένα γεγονότα. Πρώτον, είναι γεγονός πως ο ναζισμός αποτελεί τη μελανότερη σελίδα στην ιστορία της Ευρώπης (ιδιαίτερα τρομακτικό επίτευγμα, για μια ήπειρο που βίωσε Μαύρο Θάνατο κι Ιερά Εξέταση). Δεύτερον, είναι γεγονός πως η γερμανική κατοχή κατέστρεψε οικονομικά την Ελλάδα, αποδεκάτισε τον πληθυσμό της, και την αποσταθεροποίησε πολιτικά για πολλές δεκαετίες- χωρίς να αναφέρουμε καν το ανθρωπιστικό κόστος. Τρίτον, είναι γεγονός πως η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μας οφείλει ούτε ένα ευρώ, αν δεν το εκδικάσει κατάλληλο δικαστήριο.

Οι αποφάσεις για την υπόθεση του Διστόμου, συγκεκριμένα, έφτασαν μέχρι και το Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη. Και το Δικαστήριο έκρινε πως δεν μπορούν να εκτελεστούν.

Το ζήτημα ξεκίνησε όταν ορισμένοι Έλληνες πολίτες ζήτησαν, με την απόφαση του Αρείου Πάγου, ως αποζημίωση τη Βίλα Βιγκόνι, που στεγάζει σήμερα τον ομώνυμο οργανισμό. Το κτίριο, πριν περάσει στη Γερμανία, ανήκε στον Ιγκνάτσιο Βιγκόνι, έναν εύπορο γερμανοϊταλό, ο οποίος είδε τις δυο του πατρίδες να συγκρούονται βάναυσα στον Β’ Παγκόσμιο, κι αποφάσισε να αφιερώσει την οικογενειακή του περιουσία στην προώθηση φιλικών σχέσεων μεταξύ των δυο κρατών. Ο άνθρωπος δεν ήταν Ναζί, δεν σκότωσε Έλληνες το ’40, δεν υποστήριξε ενεργά τον Μουσολίνι, και δεν ζήτησε ποτέ, από όσο ξέρουμε, να πεθάνουν οι Εβραίοι. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μια ομάδα Ελλήνων πολιτών ζήτησε, ουσιαστικά, την κατάργηση της τελευταίας (κι ιδιαίτερα ευγενούς) επιθυμίας του Βιγκόνι, είναι πως προσπάθησαν να εκβιάσουν τυφλά την απόδοση μιας προσωπικής τους δικαιοσύνης.

Δεν μπορεί κανείς, παρά να αναρωτηθεί: πόσο δύσκολο θα μας ήταν, τελικά, να ζητήσουμε αποζημιώσεις για όσα έκαναν οι Ναζί από όλους τους Γερμανούς αδιακρίτως; ακόμα κι από τα παιδιά του Μπρέχτ;

Το Δικαστήριο αποφάσισε το προφανές- κάτι που, συμπτωματικά, κανένα φωτεινό μυαλό (πλην τεσσάρων Αρεοπαγιτών) δεν θυμήθηκε: κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να παραβιάζει τις ασυλίες άλλου κράτους, ανεξάρτητα από το πόσο σοβαρή ήταν η παραβίαση του νόμου. Αυτό, στη νομική γλώσσα, σημαίνει: δεν μπορείς να χρησιμοποιείς το δικαστικό σου σύστημα για να επιβάλεις σε ξένες χώρες, αυτό που εσύ, στη χώρα σου, κρίνεις ως δίκαιο.

Δεν υπάρχει Έλληνας δικαστής που δεν θα επιδίκαζε τις αποζημιώσεις- ή, αν υπάρχει, δεν νομίζω πως θα κοιμόταν ήσυχος το βράδυ. Στη συνείδηση κάθε πολίτη της χώρας αξίζει να δοθεί κάθε λεπτό που θα ζητήσουν οι απόγονοι των επιζώντων του Διστόμου, και πάλι, θα είναι λίγα. Αλλά αυτό δεν αλλάζει την πραγματικότητα- η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, τυχαίνει να μη μας βολεύει.

Η γενική στάση των Ελλήνων απέναντι στο ζήτημα των κατοχικών αποζημιώσεων λειτουργεί σαν φράγμα στην πραγματικότητα. Πιστεύουμε πως η Ελλάδα δεν κέρδισε τίποτα για την πενταετή οδύνη του λαού της. Ξέρουμε, όμως, πως χάρη στα πέντε αυτά χρόνια πολέμου κι αντίστασης, βρεθήκαμε στην πλευρά των νικητών, κι, ως ανταμοιβή, προσαρτήσαμε τα Δωδεκάνησα. Πιστεύουμε πως δεν μας δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να ανακάμψουμε, πως ήμασταν η μόνη χώρα που έπρεπε να σταθεί μόνη της στα πόδια της. Ξέρουμε, όμως, πως αντί να επενδύσουμε τα χρήματα του Σχεδίου Μάρσαλ στην οικονομία μας, τα χρησιμοποιήσαμε για να χρηματοδοτήσουμε έναν εμφύλιο. Πιστεύουμε πως στον Β’ Παγκόσμιο η Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική από τη Γερμανία και την Ιταλία. Ξέρουμε, όμως, πως κι η Ελλάδα διοικούταν από έναν φιλοναζί δικτάτορα, ο οποίος συμπτωματικά απέτυχε να υλοποιήσει την εθνοσοσιαλιστική του ονείρωξη.

Δεν πρόκειται για έλλειψη πληροφοριών, μα για την σκόπιμη αντιπαράθεσή τους με αυτό που μας αρέσει να πιστεύουμε. Εξ ου θα’ λεγα πως η εκτέλεση της 11/2000 ΑΠ για το Δίστομο δεν είναι ψέμα, μα παραμύθι: κάτι που καταφανώς αντιβαίνει στην πραγματικότητα, μα η διάδοσή του βρίσκει πάτημα στην ανάγκη μας να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια. Μας αρέσει να πιστεύουμε πως πάντα βρισκόμασταν στην αδικημένη πλευρά στην ιστορία. Είναι βολικό, πρώτον, διότι μας επιτρέπει να προβάλλουμε αξιώσεις χωρίς έρεισμα, βασισμένες σε μια απλή γνώμη για το τι είναι δίκαιο και τι όχι. Δεύτερον, διότι δικαιολογεί το μίσος και την προκατάληψή μας εναντίον ορισμένων, και μας απαλλάσσει από τις σχετικές ενοχές.

Το πρόβλημα είναι πως τα Υπουργεία Εξωτερικών δεν μπορούν να αποκοιμίζουν τους εταίρους τους με παραμύθια. Η εξάπλωσή τους είναι καλή για εσωτερική κατανάλωση- μα στις απόπειρες εφαρμογής τους πάντα θα διαψεύδονται, και θα οδηγούν σε σκληρές αφυπνίσεις.

 

*πηγή για την εικόνα: ΑΠΕ-ΜΠΕ

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.