“ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΒΙΑ…”: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ (ΚΕΝΤΡΩΟ) ΨΕΜΑ

May 30, 2017

Πρόσφατα τα επεισόδια έξω από το Παιδαγωγικό την περασμένη Τετάρτη, στα οποία άγνωστοι φέρονται να επιτέθηκαν σε φοιτητές με σφυριά και τσεκούρια. Δεν θα μπω στο εάν συνέβη ή όχι, στους λόγους για τους οποίους οι άγνωστοι επιτέθηκαν, ή στη βαρύτητα και το αξιόποινο των πράξεών τους. Αυτά θα τα κρίνει η δικαιοσύνη, εάν κι εφόσον οι υπεύθυνοι βρεθούν. Θα εστιάσω στην αντίδραση του κεντρώου χώρου- αυτού που αυτοαποκαλείται “μετριοπαθής”, κι είναι πολύ περήφανος για τον τίτλο του. Κυρίως, όμως, στο σύνθημα- καραμέλα που ακούσαμε περισσότερο στο τελευταίο τριήμερο: “Καταδικάζουμε τη βία από όπου κι αν προέρχεται”.

Πιο πριν, δυο τινά:

Πρώτον, οι όροι “αριστερά”, “δεξιά”, “κέντρο”, “ακραίος”, “μετριοπαθής”, είναι συμβατικοί. Αποτελούν προσδιορισμούς ανάλογους ορισμένων κρατουσών αντιλήψεων στα εκάστοτε κράτη. Στις ΗΠΑ κεντρώος είναι αυτός που δε δέχεται την κοινωνική ασφάλιση υπό κρατικό έλεγχο, στην Ελλάδα ο κεντρώος χώρος αποτελεί μια μίξη σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού, ενώ στην Κίνα μετριοπαθής είναι αυτός που συγκλίνει με τη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό σημαίνει πως, για να βρούμε το κέντρο, πρέπει να βρούμε, ανάλογα με την πολιτική συνθήκη, ποια θεωρείται λογική λύση σε προβλήματα που επικρατούν, άσχετα με το ποια λύση είναι λογικά ορθότερη. Με άλλα λόγια, το κέντρο δεν είναι μια συγκεκριμένη πρακτική, μα μια συμβιβαστική οδός, ανάλογα με την επικρατούσα δεξιά και την επικρατούσα αριστερά. Το “ας τα βρούμε στη μέση”, άσχετα με το τι ψάχνουμε.

Δεύτερον, βία δεν είναι μόνο η φυσική, βιολογική βία. Ως βία ορίζει ο Π.Ο.Y. τη “σκόπιμη χρήση φυσικής δύναμης ή ισχύος, επαπειλούμενης ή πραγματικής, από άτομο εναντίον του ιδίου, άλλου ατόμου, ή ομάδας ή κοινότητας, η οποία είτε οδηγεί, είτε παρουσιάζει υψηλή πιθανότητα να οδηγήσει, σε τραυματισμό, θάνατο, ψυχολογική βλάβη, κακή ανάπτυξη ή αποστέρηση”. Επομένως, βίαιη είναι η φυσική επίθεση με μαχαίρι, πιστόλι ή γκλομπ, ή η άσκηση ψυχολογικής πίεσης σε μια αδύναμη ομάδα. Αλλά κι ο εξαναγκασμός σε επικίνδυνες φαρμακευτικές αγωγές ή η αναγκαστική έκθεση σε πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις, ή ακόμα και η στέρηση από μια ομάδα ανθρώπων της δυνατότητας να διαμαρτυρηθούν σε ορισμένους δημόσιους χώρους ή να μετακινηθούν σε ορισμένους δημόσιους χώρους.

Προφανώς, ορισμένες μορφές βίας (κυρίως κρατικής) είναι νόμιμες, ενώ άλλες (συνήθως από ιδιώτες) δεν είναι. Αλλά αυτό δεν μετατρέπει τη νόμιμη βία σε “μη βία”, ούτε σε “λιγότερο βία”. Σημαίνει απλώς πως ο νομοθέτης δεν καταδικάζει τη βία καθαυτή. Καταδικάζει, για δικούς του λόγους, ορισμένες εκφάνσεις βίας, των οποίων τα αποτελέσματα κρίνει ανεπιθύμητα- αλλά όχι την ίδια τη βία. Η ίδια η βία αποτελεί αναγκαίο συνεκτικό στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας: βία στην επιβολή του νόμου, στα προνόμια που παρέχονται σε ορισμένους αντί για άλλους, βία στη δημιουργία κανόνων τους οποίους εφαρμόζουμε όλοι- ακριβώς για να τους εφαρμόζουμε όλοι.

Κι εδώ ξεκινά το ψέμα του “καταδικάζουμε τη βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται”. Για αρχή, κανείς δεν είναι σε θέση να καταδικάσει κανέναν σε μια δημοκρατική χώρα, εκτός κι αν είναι δικαστής. Η ιδέα πως ένα άτομο μπορεί να καταδικάσει οποιαδήποτε πράξη, και να έχει την απαίτηση να τον ακολουθούν κι άλλοι, συνιστά αυτό που οι φίλοι μας οι Άγγλοι λένε “power grab”, και στην Ελλάδα ονομάζουμε “δώσε θάρρος του χωριάτη…”. Πρόκειται για μια πολιτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία μια κλίκα μπορεί (ή ακόμα κι οφείλει) να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη, και να βγάζει αποφάσεις, παρακάμπτοντας το δικαστικό κλάδο. Μια αντίληψη βαθιά αντιδημοκρατική τόσο, όσο και βαθιά καταλυτική του πολιτεύματος: αν ορισμένοι αυτόκλητοι “πολιτικοί ταγοί” οφείλουν να καταδικάζουν, χωρίς να τους εκλέξει ή να τους διορίσει κάποιος δικαστές, οι πραγματικοί, σπουδαγμένοι δικαστές τι εξυπηρετούν στο πολίτευμα;

Αυτό όμως είναι το λιγότερο, σε σύγκριση με το τι σημαίνει “βία” στη φράση. Όπως προείπα, η ίδια η εφαρμογή του νόμου προϋποθέτει βία. Συνεπώς, το ίδιο το καθεστώς νομιμότητας περιέχει βία. Είναι βίαιη μια κοινωνία στην οποία είσαι υποχρεωμένος να πληρώνεις φόρους, να τηρείς το νόμο κάτω από το βλέμμα της κρατικής αρχής, και να βιώνεις την καταστολή, όταν διαμαρτύρεσαι πέρα από ορισμένα όρια. Αυτό, επαναλαμβάνω, δε σημαίνει πως μια τέτοια κοινωνία είναι “κακή”, αλλά πως ο τρόπος λειτουργίας της περιέχει βία.

Οπότε, όταν ο κεντρώος καταδικάζει τη βία χάριν της νομιμότητος, δεν καταδικάζει τη βία καθαυτή, αλλά τη βία που συγκεκριμένα προέρχεται από άτομα που δεν έχουν την αρμοδιότητα να την ασκούν. Το οποίο είναι μια θεμελιωδώς επικίνδυνη ιδέα. Το νόμιμο και το παράνομο δεν ορίζονται από το Θεό, μα από τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν πολιτική ισχύ. Οι ιδέες στο κέντρο μπορεί να φαίνονται ασφαλείς (“πόσο βίαιη μπορεί να είναι η μετριοπάθεια;”), μα δεν είναι, μιας και δεν είναι από μόνες τους κάτι συγκεκριμένο. Ορίζονται κατά τις συνθήκες. Το πρόβλημα με τον “κεντρώο” είναι πως οι απόψεις του δεν είναι αυτοτελείς. Βρίσκονται ανάμεσα στην εκάστοτε νόμιμη “αριστερά” και “δεξιά”.

Αν η εκάστοτε νόμιμη “αριστερά” και “δεξιά” συμφωνήσουν σε πρακτικές όπως εμφυλίους κι εθνοκαθάρσεις (που ιστορικά έχει συμβεί, και στην Ελλάδα, και αλλού), ο κεντρώος χώρος θα ακολουθήσει- απρόθυμα ίσως, αλλά θα ακολουθήσει. Στην Ελλάδα, ο κεντρώος χώρος έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στο Μεταξά, που δίωξε κομμουνιστές κι εβραίους. Ανεχόμενος εγκλήματα όπως της Μακρονήσου, αποτέλεσε το δεκανίκι της δεξιάς στον Εμφύλιο. Δεν πρόκειται για ιστορική σύμπτωση: βρισκόταν στο κέντρο του τότε νόμιμου πολιτικού φάσματος, το οποίο, όμως, είχε αποκλείσει ολόκληρη την αριστερά, ως επικίνδυνη. Αντίστοιχα, τα μετριοπαθέστερα στελέχη των κομμουνιστικών κομμάτων στην πρώην ΕΣΣΔ δεν αποκήρυξαν τις πολιτικές διώξεις κατά αντιφρονούντων, διότι βρίσκονταν στα πλαίσια της νομιμότητας.

Οι μετριοπαθείς ιδέες, εντέλει, δεν είναι σχετικές- και δεν είναι καν μετριοπαθείς, απλώς είθισται να τις ονομάζουμε έτσι. Πρόκειται για διαφορετικές, όχι συμβιβαστικές λύσεις. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός ή ο κεϊνσιανός φιλελευθερισμός είναι αυτόνομα συστήματα, δεν σχετίζονται με την κοινωνική αποδοχή τους- σε αντίθεση με τον “κεντρώο” χώρο, ο οποίος δεν κουβαλά κάποια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Πολιτικοί με αντιλήψεις που παραδοσιακά θεωρούνται μετριοπαθείς έχουν κατά καιρούς χαρακτηριστεί “ακραίοι” (π.χ. Λεχ Βαλέσα, με την ίδρυση της “Αλληλεγγύης” στην Πολωνία), ενώ πολλές φορές μερίδες στο “κέντρο” υποστήριξαν απάνθρωπες πολιτικές (π.χ. το “Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα” του Γ. Παπανδρέου, που ανέχθηκε, σε σημείο αναγνώρισης, τις διώξεις των αριστερών μετά τον Εμφύλιο).

Όσο για τον όρο “απ’ όπου κι αν προέρχεται”, πρόκειται για μια παράλογη ισοπέδωση. Δεν ζητούν όλοι τα ίδια, και δεν είναι όλοι στην ίδια απελπισία. Κι όσο δεν είναι στην ίδια απελπισία, δεν εξισώνονται ούτε τα κίνητρά τους, ούτε, κυρίως, η ανάγκη τους να ασκήσουν βία για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.

Όποιος ισχυριστεί πως αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν υπάρχουν διακρίσεις στη βάση της ιδεολογίας, είναι ή τυφλός ή ψεύτης. Παράνομες ποινικές διώξεις, εκτεταμένες περίοδοι κράτησης, χρήση των μελών της οικογένειας ως μέσα εκβιασμού, όλα τους τα έχει μεταχειριστεί η κρατική εξουσία για να εκβιάσει δικαστικές αποφάσεις, να “τιμωρήσει” χωρίς δικαστήριο, ή να παραδειγματίσει. Οι περιπτώσεις του Σακκά και της Ρούπα είναι φωτεινά παραδείγματα της παράνομης κρατικής βίας που ασκείται εν γένει σε ορισμένους πολιτικούς χώρους. Την ίδια στιγμή που μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού κλείνει το μάτι στη συστημική βία της Χρυσής Αυγής, κι αρνείται ακόμα και να αναλογιστεί την υπαγωγή των δράσεων των νεοναζί στη διακεκριμένη, κατά τον Ποινικό Κώδικα, περίπτωση της σύστασης τρομοκρατικής οργάνωσης.

Οι αυθαιρεσίες θεωρούνται από μεγάλη μερίδα πολιτών δίκαιη τιμωρία για τα “ταραχοποιά στοιχεία”, κι ο κεντρώος χώρος είναι ο πρώτος που συναινεί, ακριβώς στη βάση που καταδικάζει τη βία. Η χαρακτηριστική περίπτωση, στην οποία δεν κοιτάς το παλούκι στο μάτι σου, μα την ακίδα στο μάτι του συμπολίτη σου. “ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου; ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου”. (Κατά Ματθαίον, 7.4-5). Αν ο μετριοπαθής θέλει μια κοινωνία με λιγότερη βία, μπορεί να ξεκινήσει στηρίζοντας τα δικαιώματα των αδυνάμων στην εξίσωση: αυτών που ούτε βουλευτιλίκια έχουν για να τη γλιτώσουν, ούτε αστυνομία να τους προστατέψει. Όταν το κράτος θα αρχίσει να τηρεί το νόμο που το ίδιο θεσπίζει, μπορούμε να συζητήσουμε το πόσο κακοί είναι οι εγκληματίες που τον παραβιάζουν.

Με λίγα λόγια: λέγοντας “καταδικάζουμε τη βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται”, ο αυτόκλητος “μετριοπαθής” εννοεί: Έχουμε το δικαίωμα να καταδικάσουμε τις ενέργειες όποιου θέλουμε, πριν το δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη συνθήκη στην οποία τα πράγματα συνέβησαν, και χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν τη βία που ασκούμε εμείς οι ίδιοι πρώτοι. Που με τη σειρά του σημαίνει: Επειδή εμείς ξέρουμεεμείς θα κρίνουμε, εμείς θα δικάσουμε κι εμείς θα καταδικάσουμε, σύμφωνα με αυτά που εμείς πιστεύουμε ως ορθά- οι άλλοι που διαφωνούν θα καταστέλλονται, κι η καταστολή των άλλων είναι νόμιμη, γιατί είναι άλλοι.

Οι άλλοι δεν είμαστε εμείς.

Δυστυχώς, δε λειτουργεί έτσι η δημοκρατία. Και το παλιό ψέμα της ισοπεδωτικής νομιμότητας, το πάγιο αποκούμπι του φασισμού και κάθε δικτάτορα, απλώς δε μας εξυπηρετεί πια. Οι συνειδήσεις το έχουν ήδη ξεράσει ως φτηνό σλόγκαν, κι ελπίζω το ίδιο να κάνει κι η Ιστορία.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.