ΠΟΙΩΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΘΑ ΔΙΚΑΣΕΙ;

December 5, 2017

Όπως έχει πει και ο Καζαντζάκης “καλή ‘ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους- ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος…” Στην περίπτωση της Ηριάννας εσείς τι πιστεύετε ότι επέδειξαν οι δικαστές, ελεημοσύνη, δικαιοσύνη ή μήπως τίποτα από τα δυο;

Μαρία Πανοηλία

Το χρονικό της υπόθεσης αρχίζει να μετρά αντίστροφα από τις 14 Μαρτίου 2011 όταν η αντιτρομοκρατική υπηρεσία εισβάλλει στο σπίτι του φοιτητή του ΕΜΠ ο οποίος τυγχάνει να είναι σύντροφος της νεαρής κοπέλας, φοιτήτρια της φιλοσοφικής και προσάγεται μαζί με αυτόν στην ΓΑΔΑ. Ακολουθεί προανακριτική κατάθεση, λήψη αποτυπωμάτων και DNA. Λίγους μήνες αργότερα ανακαλύπτονται σε χώρο του πανεπιστήμιου πλαστικές σακούλες με όπλα τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για κάποια εγκληματική ενέργεια. Σχεδόν δύο χρόνια μετά  και συγκεκριμένα 11 Νοεμβρίου 2013, η Ηριάννα συλλαμβάνεται και κατηγορείται για οπλοκατοχή ως μέλος μιας οργάνωσης όπως αναφέρθηκε και άνωθεν. Στα όπλα που ανευρέθηκαν με μάρτυρα που όπως φημολογείται δεν φανερώνουν οι δικαστικές αρχές, εντοπίζεται γενετικό υλικό  το οποίο ταυτίζεται με το DNA της κοπέλας. Αναλύθηκαν 15 γενετικοί δείκτες 7 εκ των οποίων εμφάνισαν συμβατότητα, 5 μη συμβατοί με το γενετικό υλικό και 3 οι οποίοι δεν έδωσαν κάποιο αποτέλεσμα. Ένα ακόμα στοιχείο που οδήγησε πιθανώς την δικαστική κρίση σε αυτή την απόφαση κατά της Ηριάννας ήταν η σχέση της με τον φοιτητή του ΕΜΠ που ήταν “φιλικά προσκείμενος” στην οργάνωση αυτή. Παρ’ όλα αυτά ο φοιτητής δικάστηκε και αθωώθηκε από το δικαστήριο.

Από το 2013 εως το Μάιο του 2017 η “κατηγορούμενη” παρέμενε ελεύθερη υπό περιοριστικούς όρους μέχρι τον Ιούνιο του 2017 όπου το Τριμελές Εφετείο των κακουργημάτων με την υπ’ αριθμό 2609\2017 απόφαση καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 13 ετών για συμμετοχή  στην οργάνωση που προαναφέρθηκε. Ασκήθηκε έφεση αλλά δεν είχε αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα και έτσι το τελευταίο <<όπλο>> της ήταν το αίτημα μέσω των συνηγόρων της περί αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης έως ότου εκδοθεί η απόφαση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ορίζεται συζήτηση επί του ανωτερου αιτήματος η 17η Ιούλη και το αίτημα απορρίπτεται από το Πενταμελές Εφετείο Αναστολών ενώ ο εισαγγελέας την κρίνει ύποπτη για την τέλεση νέων αδικημάτων και ότι η φυλάκιση της δεν συνιστά ανεπανόρθωτη βλάβη. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η αίτηση αναστολής του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης  μπορεί να γίνει δεκτή κάτω από ορισμένες προυποθέσεις που διατυπώνονται με σαφήνεια στο άρθρο 479παρ.8 του ΚΠΔ : Δεν χορηγείται ανασταλτικό στην έφεση ή απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης όταν κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει γνωστή και μόνιμη διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου του ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει ο σκοπός της φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν όπως προκύπτει και από προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ή από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση χορηγεί ανασταλτικό αποτέλεσμα ή αναστολή  εκτέλεσης  αν αιτιολογημένα κρίνει  ότι η άμεση έκτιση της ποινής θα έχει ως συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο και την οικογένεια του. Αν παραβιαστούν οι όροι που τέθηκαν το αρμόδιο δικαστήριο αποφαίνεται , ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα  για την άρση ή όχι της χορηγηθείσας αναστολής εκτελέσεως. 

Στην περίπτωση αυτή λοιπόν και σύμφωνα με το γράμμα της παραπάνω διάταξης ο μόνος λόγος για τον οποίο ίσως θα μπορούσε να απορριφθεί το αίτημα είναι τα συγκεκριμένα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης που εδώ δικαιολογούνται κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η φερόμενη εμπλοκή της στην οργάνωση και δευτερευόντως το γεγονός όπου το δικαστήριο αιτιολόγησε το φόβο του να αφεθεί ελεύθερη καθώς είναι πιθανόν να υποπέσει στις ίδιες ενέργειες αλλά και αυτό δεν αποτελεί ανεπανόρθωτη βλάβη στη ζωή της ( σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο).

Αυτό που κρίνεται αναγκαίο για αποσαφήνιση σε όλα αυτά που εκτέθηκαν είναι το στοιχείο του DNA που την παρουσιάζουν ως ένοχη. Ηδη στον ΚΠΔ στο άρθρο 200 έχουν τεθεί όροι και προυποθέσεις υπό τους οποίους μπορεί να ενεργοποιηθεί  η διαδικασία εξέτασης του DNA. Η σχετική διαδικασία στη χώρα μας έχει ανατεθεί στο 7ο Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών που επιλαμβάνονται κατόπιν  αίτησης των αρμόδιων δικαστικών αρχών και εξετάζει, αναλύει ίχνη και πειστήρια βιολογικής προέλευσης. Ωστόσο θεωρείται ότι σε όλη την διαδικασία επικρατεί μια αναξιοπιστία. Καταρχάς, η διαδικασία στηρίζεται σε ένα στατιστικό υπολογισμό που φέρει πιθανότητες σφάλματος και γεννάται επ’ αφορμής αυτού το ερώτημα πως μπορεί να διαμορφωθεί μια δικαστική κρίση με μια ένδειξη που μπορεί και να σφάλλει. Από αυτή την προβληματική οδηγούμαστε προδήλως στο εξής: ότι είναι απίθανο να θεμελιωθεί κατάγνωση της ενοχής μόνο σε ένα δείγμα DNA. Ακόμα το τεστ συγκρίνει μόνο 16 έως 24 τμήματα δείγματος DNA με το δείγμα του υπόπτου. Αν εμφανίζουν στοιχεία ταυτοποίησης τα 2 δείγματα τότε γίνεται έλεγχος πόσο συχνά συναντάται η εν λόγω ακολουθία των νουκλεοτιδίων στον ελληνικό πληθυσμό. Όμως η ανάλυση δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική καθώς είναι αδύνατο τα 16-24 τμήματα να αρκούν για να βεβαιώσουμε ότι τα 2 δείγματα προέρχονται από το ίδιο πρόσωπο καθώς είναι πιθανό ελάχιστα τμήματα γενετικού υλικού να είναι κοινά σε πολλούς Έλληνες.

Τα ζητήματα αναξιοπιστίας είναι αρκετά και οδηγούν σε αμφίβολο συμπέρασμα το οποίο υπό το πρίσμα της θεμελιωτικής αρχής “in dubio pro reo” πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορούμενου και όχι κατά. Στην περίπτωση της Ηριάννας σύμφωνα με όσα έχουν ειπωθεί και δημοσιευθεί δεν φαίνεται να υπήρξε ταυτοποίηση με δείγματα από γενετικό υλικό άλλου ατόμου άρα πιθανώς για την ελληνική δικαιοσύνη αυτό να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης ώστε να την καταδικάσουν. Όλα τα τα παραπάνω ίσως να συνηγορούν στο ότι η κοπέλα αδίκως εκτίει αυτή την ποινή χάνοντας μια λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία ωστόσο η Δικαιοσύνη μας έχει αποδείξει ότι λειτουργεί σωστά προσπαθώντας πάντα να διαφυλάσσει την κοινωνία και αν ακόμα η δικαστική απόφαση κρινόταν λανθασμένη θα ακυρωνόταν από Ανώτερα Δικαστήρια κάτι που δεν έχει συμβεί στην υπόθεση αυτού. Τέλος, αφού δεν εμπλέκεται σε τίποτα απ’ όλα αυτά πως γίνεται την ίδια χρονική περίοδο να διαδραματίζονται επεισόδια από ομάδες του αντιεξουσιαστικού  χώρου προς τιμήν της μήπως όλα αυτά τελικά δηλώνουν κάτι ; Το μόνο σίγουρο είναι ότι ακόμα και αν αδίκως είναι καταδικασμένη όλα αυτά δεν την βοηθούν.

Χριστιάνα Μπίμπο

Βρισκόμαστε στο μονοπάτι του δικαίου για ακόμη μία φορά, με ζητούμενο τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έννοιες που και να θέλαμε να θεωρήσουμε αυτονόητες και δεδομένες δεν μπορούμε, διότι η καθημερινότητα μας αφυπνίζει και καθιστά σαφές πως όλα αυτά είναι δανεικά. Συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα και βασικές αρχές του δικαίου τείνουν να εγκαταλείπουν σήμερα όλο και περισσότερο το χώρο των δικαστηρίων και να πηγαίνουν περίπατο. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην περίπτωση της Ηριάννας. Σίγουρα κάτι θα έχει πάρει το αφτί σας για την κοπέλα που αποτέλεσε την αφορμή να ξανατεθούν στο τραπέζι ζητήματα δικαστικής αυθαιρεσίας.

Για όσους δεν παρακολούθησαν την πολύκροτη αυτή υπόθεση η ιστορία έχει εν ολίγοις ως εξής: το Μάρτιο του 2011 η Αντιτρομοκρατική κάνει έφοδο στο σπίτι που βρίσκονταν η Ηριάννα και ο σύντροφος της Κωνσταντίνος, με την υποψία ότι ο τελευταίος ήταν μέλος της οργάνωσης Συνωμοσία των πυρήνων της φωτιάς (ΣΠΦ). Μαζί με τον Κωνσταντίνο προσάγεται στη ΓΑΔΑ και η Ηριάννα, η οποία αφού δίνει προανακριτική κατάθεση, αποτυπώματα και DNA οικειοθελώς, αφήνεται ελεύθερη. Να σημειωθεί ότι από αυτά δεν προέκυψε κανένα στοιχείο εναντίον της. Ο σύντροφος της δικάζεται και αθωώνεται αμετάκλητα.
Το Νοέμβρη του 2011 ανακαλύπτονται στο χώρο του ΕΜΠ στου Ζωγράφου όπλα, κατόπιν κατάθεσης φύλακα της Πολυτεχνειούπολης. Τα ευρήματα εξετάστηκαν από την αστυνομία και βρέθηκε ένα μικρής ποσότητας και κακής ποιότητας δείγμα DNA της Ηριάννας σε γεμιστήρα που βρισκόταν εκτός όπλου. Με βάση το γενετικό αυτό αποτύπωμα η Ηριάννα κατηγορείται ως μέλος της ΣΠΦ και καταδικάζεται τελικώς το 2017 σε 13 χρόνια κάθειρξη.

Αργότερα γίνεται γνωστό από την ίδια την αστυνομία ότι δεν μπορούν να συνδεθούν τα ανευρεθέντα όπλα με την εν λόγω οργάνωση, ενώ, όσον αφορά το δείγμα της Ηριάννας, όταν αργότερα ζητήθηκε από πραγματογνώμονα της οικογένειας για επανεξέταση, η αστυνομία δήλωσε ότι “τελείωσε”. Τυχαίο;

Από την περίπλοκη αυτή υπόθεση γίνεται σαφές ( για μένα τουλάχιστον ) ότι πρόκειται για μία κοπέλα που βρέθηκε στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. Δεν αναφέρομαι μόνο στην έφοδο της Αντιτρομοκρατικής αλλά και στη σύγκρουση που υπήρχε εκείνο τον καιρό μεταξύ δικαστών αφενός και πολιτικής εξουσίας αφετέρου, η οποία κατηγορούσε τους πρώτους ότι εθελοτυφλούν στο ζήτημα της τρομοκρατίας. Σε αυτή τη σύγκρουση να προσθέσουμε και τα κλασσικά παράπονα των αστυνομικών “εμείς τους πιάνουμε, εσείς τους αφήνετε”. Λες και όλοι όσοι πιάνονται είναι πάντα ένοχοι. Αν οι αστυνομικοί διέθεταν την ικανότητα να εντοπίζουν αμέσως τους ενόχους, τότε το ποινικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν θα είχε λόγο ύπαρξης.

Στο θέμα μας όμως. Η δικαστική απόφαση περί καταδίκης της Ηριάννας βασίστηκε σε ένα και μόνο αποδεικτικό στοιχείο, το δείγμα DNA, το οποίο σύμφωνα με διακεκριμένο καθηγητή Μοριακής Βιολογίας γαλλικού πανεπιστημίου ήταν ελλιπές και δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε γενετική ταυτοποίηση. Από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης και μετά άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Στο όνομα της Ηριάννας έγιναν δηλώσεις, συναυλίες και καταστράφηκαν περιουσίες. Δεν έμεινε κανένας, πολιτικός, νομικός, καλλιτέχνης ή απλός πολίτης που να μην την επέκρινε. Το βρίσκω απολύτως λογικό! Από τη στιγμή που αναγνωρίζεται στους δικαστές προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, σύμφωνα με το άρθρο 87 του συντάγματος και κυρίως από τη στιγμή που τους έχουμε εμπιστευτεί τη διασφάλιση και προστασία τόσο των δικαιωμάτων μας, όσο και της ίδιας μας της ζωής, δικαιούμαστε να απαιτούμε ευσυνειδησία, αμεροληψία και ορθή κρίση. Άλλωστε στη θέση της Ηριάννας θα μπορούσε να βρεθεί ο οποιοσδήποτε από εμάς.

Αυτό που με ενοχλεί στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι ότι οι δικαστές σαφώς επηρεασμένοι από τα αρνητικά σχόλια για τον τρόπο άσκησης του λειτουργήματος τους παραμέρισαν τους κανόνες του παιχνιδιού ( τους κανόνες την Ποινικής δικονομίας ) καταλήγοντας σε αυθαιρεσίες. Ναι, έχουν την εξουσία να πουν “ένοχος” ή “αθώος”, αλλά η εξουσία αυτή έχει και κάποια όρια που τίθενται από το Σύνταγμα, τον Κωδ.Ποιν.Δικ. καθώς και από την ΕΣΔΑ. Αρχικά, να αναφέρω για τους μη μυημένους στα νομικά ότι από τη στιγμή που εισέρχεται κάποιος στο ποινικό σύστημα, τεκμαίρεται αθώος ( τεκμήριο αθωότητας ). Έτσι αυτό που καλείται να αποδειχθεί στη συνέχεια είναι η ενοχή του. Πώς, όμως, πείστηκαν οι δικαστές από ένα ελλιπές δείγμα γενετικής ταυτοποίησης; Ακόμη κι αν του δίναμε κάποια αξία, αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να προσάψουμε μομφή σε κάποιον, πόσο μάλλον να του στερήσουμε την προσωπική του ελευθερία. Μόνο υποψίες δημιουργεί.

Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι και οι δικαστές άνθρωποι είναι. Και λάθη κάνουν και έξωθεν πιέσεις δέχονται. Το θέμα είναι ότι ο νόμος τους παρέχει ασφαλιστικές δικλείδες. Γιατί λοιπόν αντί να υποκύψουν σε πιέσεις δεν έκαναν χρήση της αρχής in dubio pro reo ( εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου ); Το δίκαιο το λέει ξεκάθαρα, από τη στιγμή που δεν μπορεί να σχηματιστεί πλήρης δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αφήνεται ελεύθερος ο κατηγορούμενος. Μας αρέσουν δεν μας αρέσουν αυτοί είναι οι κανόνες και πρέπει να τους ακολουθούμε για να υπάρχει μια τάξη. Στη συγκεκριμένη υπόθεση οι αρχές αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, διότι δυστυχώς η Ηριάννα υπήρξε κατηγορούμενη προτού εισέλθει στο ποινικό σύστημα, προτού καν καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Όλα αυτά επειδή έτυχε να είναι φίλη με τον Κωνσταντίνο…

Μετά από τέτοια περιστατικά πως να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη μας στη δικαστική εξουσία; Για ακόμη μια φορά η αρχή της δίκαιης δίκης θρυμματίστηκε και έγινε σκόνη στον άνεμο. Αυτό που νόμιζαν οι δικαστές ότι καταδίκασαν είναι η τρομοκρατία, αυτό που ουσιαστικά καταδίκασαν είναι τις κοινωνικές σχέσεις μιας κοπέλας με ένα άτομο, το οποίο είχε προηγουμένως κριθεί από το δικαστήριο ομόφωνα αθώο. Καταλήξαμε σε εκδικητική απονομή της δικαιοσύνης και ποινικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Σας ρωτώ, λοιπόν, οι δικαστές πότε θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη;

Ποιος αρθρογράφος ανέπτυξε τα καλύτερα επιχειρήματα;

  • Μαρία Πανοηλία (0%, 0 Votes)
  • Χριστιάνα Μπίμπο (0%, 0 Votes)

Total Voters: 0

Vote

Loading ... Loading ...
More about Team Eponymous

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΔΕΝ ΛΟΓΟΚΡΙΝΕΤΑΙ, ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΥΒΡΙΣΤΙΚΟ Ή ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ: