Ο ΤΟΙΧΟΣ ΕΙΧΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ:

January 4, 2018

Σχολείο. Πρόκειται για μια λέξη που έμαθα να εκτιμώ, να σέβομαι και πλέον, τρία χρόνια μετά την αποχώρηση μου, να αναπολώ με ευχάριστα συναισθήματα. Και αυτό διότι αν και η μόρφωση που έλαβα υπήρξε δημόσια, ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να βρεθώ σε χώρους όπου οι άνθρωποι, στην πλειονότητα τους, νοιάζονταν γκι αυτό που έκαναν. Κάτι το οποίο δεν εντοπίζω τόσο στο πόσο μεταδοτικοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καθηγητές, αλλά περισσότερο στο ότι δεν τοποθέτησαν τον παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου στα αυστηρά όρια ενός επταώρου η μιας διδακτέας ύλης.

Έτσι, μετά την αποφοίτηση μου, έτυχε, με διαφορετικό αυτή τη φορά ρόλο, να κρατήσω επαφή με το χώρο που στέγασε τα τελευταία μου σχολικά χρόνια παραμένοντας ενήμερος για ό,τι συμβαίνει σε αυτόν. Κάτι μου μας φέρνει και στο θέμα του σημερινού άρθρου. Κάποια περίοδο, αφότου εγώ είχα αποχωρήσει από το ίδρυμα, οι μαθητές του σχολείου αποφάσισαν, σε συνεργασία πάντα με δασκάλους, να πάρουν στα χέρια τους την αισθητική του κτιρίου και να κοσμήσουν αίθουσες και τοίχους με δικά τους έργα. Ανάμεσα σε αυτά, υπήρξε και μια τοιχογραφία κοντά στην είσοδο του χώρου με το εξής κείμενο:

“Welcome

All sizes

All colors

All ages

All cultures

All sexes

All beliefs

All religions

All types

All people safe hear”

Προσφάτως, λοιπόν έμαθα πως το έργο αυτό «τροποποιήθηκε» με εξωτερική πρωτοβουλία κατά τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται στην φωτογραφία της επικεφαλίδας, έτσι ώστε να αντιστρέψει το αρχικό του νόημα, γεγονός που μου δημιούργησε πολλούς προβληματισμούς.

Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να αποφύγω το προφανές, να γράψω δηλαδή ένα άρθρο γύρω από την έξαρση των κυμάτων ρατσισμού, σεξισμού και ξενοφοβίας στην ελληνική κοινωνία. Προσωπικά, θα επιλέξω να αγνοήσω τόσο το αρχικό έργο όσο και την «τροποποίηση» του, ως προς το περιεχόμενο. Και αυτό διότι πιστεύω πως υποτυπωδώς θα καταφέρω να κινητοποιήσω τους ήδη επάγρυπνωντες, ελάχιστα θα προκαλέσω το ενδιαφέρον στους αδιάφορους, και μηδαμινά θα συγκινήσω τους αντιφρονούντες. Αντ’αυτού θα προτιμήσω με όρους απόλυτους να αναλύσω δύο διαφορετικές πτυχές του γεγονότος τις οποίες βρίσκω εξίσου ενδιαφέρουσες και οι οποίες ενδεχομένως προσφέρουν μια νέα, όχι τόσο χιλιο-ειπωμένη οπτική.

Στην ερώτηση «ποιό είναι εκείνο το στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία;», μια απάντηση στην οποία δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς, ανεξάρτητα αν ανήκει στους μπλε, στους πράσινους ή στους κόκκινους, είναι ο όρος «διχασμένη». Πρόκειται για έναν πολύ προσεκτικό όρο. Και αυτό διότι πέρα από τη συνιστώσα της διαίρεσης ενέχει και αυτή της εναντίωσης. Στην ελληνική κοινωνία μισούμε περισσότερο αυτό με το οποίο διαφωνούμε από ότι αγαπάμε αυτό το οποίο πρεσβεύουμε, μια νοοτροπία που τροφοδοτεί ένα από τα πιο μελανά σημεία μας. Αυτό της έλλειψης σεβασμού προς την απέναντι πλευρά.

Φέρνοντας το συλλογισμό στο παράδειγμα μας, αναρωτιέμαι ποιός ο λόγος να βανδαλίσεις κάτι το οποίο ενδεχομένως δεν εκπροσωπεί το εκατό τις εκατό των ανθρώπων που εμπλέκονται στη σχολική κοινότητα, κάτι που είναι πρακτικά αδύνατο για οποιαδήποτε άποψη, έχει ωστόσο προφανώς περάσει μια διεξοδική εξέταση και τυγχάνει της έγκρισης μιας πολύ δυνατής πλειοψηφίας; Γιατί το να διαφωνείς με μια άποψη είναι κάτι το αποδεκτό. Το να μη σέβεσαι ωστόσο τη δουλεία και το χρόνο που κάποιοι άνθρωποι έχουν επενδύσει είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Αντί να δοκιμάσεις να καταστρέψεις τους καρπούς των κόπων των άλλων, ίσως θα ήταν καλύτερο να ψάξεις να βρεις το «βήμα» που θα σου επιτρέψει να δημιουργήσεις εσύ εκφράζοντας, αν τόσο το θες, τη δική σου άποψη. Άλλωστε, στο κάτω κάτω όταν φθάνεις στο σημείο να νιώθεις ότι η γνώμη σου απειλείται από την αντίθετη της γραμμένη σε ένα τοίχο, τότε ίσως έχει έρθει η ώρα να αναθεωρήσεις κάποια πράγματα.

Κάπως, έτσι, και στα πλαίσια μιας αισιόδοξης θεώρησης που μου αρέσει να διατηρώ σε κάθε αρνητική συγκυρία, θα ήθελα να πω δύο λόγια για τη δυναμική της έκφρασης μέσα από την τέχνη της τοιχογραφίας, η οποία στις μέρες έχει γνωρίζει μια αμείωτη άνθιση. Σε κοινωνίες, όπως η δική μας όπου τίποτα δεν συμβαίνει στο προσκήνιο αλλά πολλά συμβαίνουν στο παρασκήνιο, η δυνητικά ανώνυμη αυτή μορφή έκφρασης μπορεί να γίνει σημείο έναρξης λόγου και αντιλόγου. Ίσως πολλοί να θεωρήσουν ότι τέτοιου είδους συζητήσεις θα ήταν καλύτερο να αποφευχθούν. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, το να φιμώνεις ό,τιδήποτε, πρόκειται για μια πολύ εύκολη και συνάμα άκαρπη λύση. Μερικά πράγματα οφείλουν να λέγονται, διότι όσο και αν μας ενοχλούν, δίνουν την ευκαιρία στον καθένα μας να προβληματιστεί, να εγκρίνει, να καταδικάσει. Και υπό την οπτική αυτή, πιστεύω ότι οι παρεμβάσεις στη συγκεκριμένη τοιχογραφία δεν θα έπρεπε να σβηστούν, ως κάτι το ανεπιθύμητο που πρέπει να χαθεί στη λήθη. Αντιθέτως, θα έπρεπε να δοθεί στους μαθητές η δυνατότητα να δημιουργήσουν πάνω σε αυτές.

Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω κάτι το οποίο μια καθηγήτρια μου στο συγκεκριμένο σχολείο είχε αναφέρει, που ίσως να μη βρίσκει εφαρμογή στους «δράστες» του συγκεκριμένου συμβάντος αλλά αντιθέτως στους «αποδέκτες», καταδεικνύει ωστόσο πολύ εύστοχα τη γενικότερη τάση που υπάρχει στην κοινωνία μας. Πολλές φορές τείνουμε να δίνουμε σε κινήματα, ομάδες και παρατάξεις, ονόματα που περιέχουν το πρόθεμα «αντί». Το τόσο απλό αυτό πραγματάκι, φανερώνει πως ενδιαφερόμαστε λίγο λιγότερο για αυτό που πρεσβεύουμε και λίγο περισσότερο γι αυτό στο οποίο εναντιωνόμαστε. Πόσο λίγο επιδιώκουμε τη συζήτηση και πόσο πολύ κυνηγάμε το στείρο τσακωμό. Ίσως να πρόκειται για μια κάπως ιδεαλιστική θεώρηση. Δεν παύω ωστόσο να αναγνωρίζω ότι έχει κάποια γερή βάση.

More about ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΡΟΝΤΗΡΑΣ

Είναι ένας υποψήφιος ναυπηγός χαμένος στο θεωρητικό κόσμο του eponymous. Ελαφρώς αντικοινωνικός, αδιάφορος, τελειομανής και πεισματάρης, σιχαίνεται το πολύ καθισιό και θέλει συνεχώς να ασχολείται με κάτι. Στα άρθρα του, του αρέσει να αποτυπώνει, να ερμηνεύει και να σχολιάζω οτιδήποτε κεντρίζει το ενδιαφέρον του, από τα πιο σύνθετα έως τα πιο απλοϊκά και από τα πιο επίκαιρα ως τα πιο διαχρονικά.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *