ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ, Ο ΑΜΠΟΤ ΚΙ Ο ΚΟΣΤΕΛΛΟ

February 4, 2018

Η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο για το όνομα της FYROM σήμερα στην Αθήνα, αν μη τι άλλο, απέδειξε ένα πράγμα: Δεν παρευρέθηκαν μόνο συντηρητικοί και φασίστες.

Πριν από κάθε τοποθέτηση, να μπουν κάποια πράγματα στη σειρά τους: Κατ’ αρχήν, τα γεγονότα είναι γεγονότα, κι ο,τι κι αν γίνει, οι αρχαίοι Μακεδόνες είναι πολιτισμικά πιο κοντά στο σύγχρονο ελληνικό, από κάθε άλλο έθνος. Επίσης, κατ’ αρχήν κάθε κράτος δικαιούται να ορίζει το όνομα του και την εκπαίδευση στο εσωτερικό του, όπως και κάθε πολίτης στην Ελλάδα να διαμαρτύρεται για ο,τι θέλει, ειρηνικά και χωρίς όπλα. Αυτό που συμβαίνει είναι πως ένα γειτονικό της Ελλάδας κράτος διεκδικεί όνομα κι ιστορία (ταυτότητα, εν ολίγοις) που αντιβαίνει στα προ διχιλιετίας γεγονότα στην περιοχή της Μακεδονίας, κι ορισμένοι πολίτες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη επέλεξαν να διαμαρτυρηθούν για αυτό- το συλλαλητήριο που οργάνωσαν, δε, χαιρετίστηκε ως αντικυβερνητική πρωτοβουλία από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ακόμα και δεδομένης της συμμετοχής των ΑΝ.ΕΛ.

Κανονικά, το θέμα σταματά εκεί- δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που δυο κράτη διεκδικούν την ιστορική συνέχεια ενός μεγάλου πολιτισμού: Τα ζητήματα της Ταϊβάν (ή Κίνας, χωρίς το πρόθεμα “Λαϊκή Δημοκρατία”), της Βόρειας Κορέας (ή Δημοκρατικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας), της Ιρλανδίας (ή Έιρεϊ) έμεναν στάσιμα για πάνω από πενήντα χρόνια χωρίς επίλυση. Τα μέρη αναγνώρισαν τις διαφορές τους και συνέχισαν τη συνύπαρξή τους, ή διαπραγματεύτηκαν μέχρι που ένα από τα δυο υποχώρησε. Γιατί υποχώρησε; Αναλόγως. Η Ταϊβάν, σε αντάλλαγμα για την ύπαρξή της, απέναντι σε μια πολύ ισχυρότερη Κίνα. Η Ιρλανδία μερικώς, στα πλαίσια της γειτνίασης και των διμερών σχέσεων με τη Βρετανία, ενόψει και της ένταξής της στην ΕΕ. Η Βόρεια Κορέα δεν υποχώρησε ποτέ.

Γιατί το συζητάμε στην Ελλάδα, λοιπόν; Επειδή έχουμε φτάσει σε πολιτικό μικρο-αδιέξοδο. Από τη μια, εξαρτάται από εμάς η ένταξη της FYROM στην ΕΕ και το NATO. Από την άλλη, δεν έχουμε δικαίωμα να τους την απαγορεύσουμε (είπε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το 2008) για να επιβάλλουμε σε ανεξάρτητο κράτος τη δική μας ατζέντα. Από τη μια, η διεκδίκηση ενός “ιστορικού τίτλου” είναι ο παλιότερος τρόπος να διεκδικηθούν εδάφη, κι η Ελλάδα, σε πολιτικό επίπεδο, υπερασπίζεται το αποκλειστικό της δικαίωμα στη Μακεδονία- ως όνομα, ως κληρονομιά κι ως εδαφική κτήση. Από την άλλη, όσο και να το παλεύουμε, δεν έχουμε δικαίωμα να στραγγαλίζουμε οικονομικά έναν πιο αδύναμο γείτονα μέχρι να δεχτεί να αποξενωθεί από δικαιώματά του- και μας καταδικάζει η διεθνής δικαιοσύνη για αυτή μας την πρακτική.

Είμαστε σε μια κατάσταση στην οποία και τα δυο μέρη χάνουν, το ένα περισσότερο (η FYROM) και το άλλο λιγότερο (η Ελλάδα). Προσπαθούμε, λοιπόν, να βρούμε μια συμφωνία στην οποία, τουλάχιστον, δε θα χάνει κανένα μέρος, ή και τα δυο μέρη θα χάνουν ακόμα πιο λίγο. Για να επηρεάσουν την έκβαση, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διάλεξαν να δώσουν ένα, ομολογουμένως, βροντερό παρόν. Δε θα μπω σε εύκολες λύσεις, γιατί δεν υπάρχουν: κανείς δεν μπορεί να λύσει σε 1200 λέξεις το επί είκοσι χρόνια άλυτο. Θέλω μόνο να μοιραστώ μια απορία μου, τις τελευταίες δυο βδομάδες:

Από πότε η επιδίωξη αυτή των πολιτών να ασκήσουν πίεση στα Σκόπια είναι “αντικυβερνητική”;

Σε κάθε διμερή διαπραγμάτευση, τα μέρη πηγαίνουν με τις ακραίες τους θέσεις στην ατζέντα τους, και, σε μια μεταφορική διελκυνστίδα, τραβούν το σκοινί, μέχρι να το αφήσει ένας από τους δυο, που θα έχει φτάσει εκεί που θέλει- ή μέχρι να κουραστούν τόσο, ώστε να το αφήσουν κι οι δυο. Σε κάθε περίπτωση, μόλις το σκοινί αγγίξει το χώμα, κάποιος θα έχει υποχωρήσει, κάποιος θα έχει προχωρήσει, ή όλα θα έχουν μείνει στη θέση τους. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης.

Ακραία θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι πως τα Σκόπια δεν πρέπει να λέγονται Μακεδονία. Ο κ. Κοτζιάς και το προσωπικό του σε αυτή τη βάση διαχειρίζονται το θέμα- όπως, αντίστοιχα, η θέση των ομολόγων τους είναι πως πρέπει να λέγονται Μακεδονία. Η σύνθετη ονομασία δεν έπεσε στο τραπέζι επειδή κάποιο από τα μέρη το ήθελε, αλλά ως αμοιβαία υποχώρηση. Κανείς δεν τη θέλει, αλλά φτάσαμε σε αυτή γιατί το σκοινί δεν μοιάζει να κινείται εδώ κι είκοσι χρόνια, εις βάρος και των δυο μερών.

Τώρα, αν μια μεγάλη μερίδα πολιτών διαλέξει να μη τη δεχτεί, αυτό δίνει πόντους στην κυβέρνηση- πολιτικό κεφάλαιο, καλύτερα. Μπορεί πλέον να πει πως δεν δέχεται σύνθετη ονομασία, γιατί δεν μπορεί να την περάσει στον ελληνικό λαό: δηλαδή, ως ανύπαρκτη πιθανότητα. Τότε, οι ομόλογοι ή θα αφήσουν το σκοινί (οπότε, μηδέν εις το πηλίκο, με ένα βαρύ υπόλοιπο στις διμερείς σχέσεις, που κανείς δε θέλει), ή θα δείξουν κατανόηση και θα αποχωρήσουν από τη λύση της σύνθετης ονομασίας, προς περαιτέρω μας όφελος. Προς περαιτέρω όφελος της κυβέρνησης, κατ’ επέκτασιν, η οποία θα γίνει πιο αρεστή στους συντηρητικούς και δε θα σπάσει στην εσωτερική πίεση που φέρνουν οι ενδοκυβερνητικές κόντρες. Την ίδια στιγμή, μες στη βαβούρα, περνούν μέτρα και γίνονται ανακατατάξεις χωρίς να ανοίγει ρουθούνι- κι αυτά, ενώ οι χαμένοι της υπόθεσης είναι υπερβολικά απασχολημένοι να βρίζουν τους γείτονες και τη Σταμπούλογλου, αντί να δουν την τελευταία τους μισθοδοσία και να κατέβουν για αυτή στο πεζοδρόμιο.

Τα συλλαλητήρια είναι βούτυρο στο ψωμί της κυβέρνησης. Αλλά η αντιπολίτευση (και η φιλελέ μείζονα, και η φασίζουσα ελάσσονα) έχει πείσει πως το συλλαλητήριο είναι αντικυβερνητικό. Κι η κυβέρνηση, αντί να το αγκαλιάσει και να το στηρίξει, επιβεβαίωσε αυτήν την εντύπωση, με μια παθητικά αρνητική στάση απέναντί του. Σε μια πραγματικότητα, που μοιάζει περισσότερο με σκετς των Άμποτ και Κοστέλλο, παρά με σοβαρό κι οργανωμένο κράτος, η αντιπολίτευση στρέφει κάθε πατριώτη κατά του διαπραγματευτή που τον εκπροσωπεί, κι ο διαπραγματευτής όχι μόνο το δέχεται, αλλά και το κάνει σημαία του, για να μη φανεί πως συμπαρατάσσεται με τους αντιπάλους του. Ως εσωτερική πολιτική, είναι ιδιοφυής: όλοι κρατούν τα μπόσικα με όλους, χωρίς να χάνουν από τις βάσεις των κομμάτων τους. Αλλά στο κρίσιμο ζήτημα του πώς θα καταλήξουμε σε μια αμοιβαία συμφέρουσα συμφωνία, καταλύει την τωρινή εξωτερική πολιτική, και αφαιρεί από αυτούς που διαπραγματεύονται την αναγκαία νομιμοποίηση για να πετύχουν το σκοπό τουςΛάθος. Το σκοπό μας.

Ο Γαβριηλίδης, στο τελευταίο του άρθρο, γράφει πως το συλλαλητήριο σαν ιδέα είναι ηλίθια κι επικίνδυνη. (Και προς δική μου έκπληξη), διαφωνώ. Ποτέ η διαμαρτυρία κάποιου που θεωρεί πως χρειάζεται να διαμαρτυρηθεί δεν είναι “ηλίθια”- ίσως ο λόγος που το πιστεύει, αλλά η κίνηση ποτέ. Ποτέ το να στηρίζεις τη θέση του διαπραγματευτή σου δεν είναι επικίνδυνο- κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να βλάψει τα συμφέροντά σου. Η Ελλάδα δεν μπορεί να δεχτεί την ονομασία των Σκοπίων ως Μακεδονία: όχι για τίποτα άλλο, αλλά για λόγους συνέχειας στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Η συνέχεια αυτή δεν ανήκει ούτε σε σύγχρονα κατακάθια νεοναζιστών, ούτε σε ψετοπατριώτες συντηρητικούς που θέλουν να γυρίσουν τη χώρα εκατό χρόνια πίσω. Δεν μπορούμε για πάντα να ορίζουμε τα πάντα με δεξιό ή αριστερό πρόσημο. Και δεν μπορούν οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις (οι συντηρητικές κυρίως) να βάζουν για πάντα το κομματικό κέρδος πάνω από το κέρδος της Ελλάδας. Στην κομπίνα αυτή ποντάρουν τα εκάστοτε φασιστοειδή κι άλλα υπολείμματα για να νομιμοποιηθούν μέσα από τη διαμαρτυρία γνησίων, δημοκρατικών πατριωτών- στην κομπίνα αυτή ποντάρει κι όποιος αναρωτιέται “ποιες χώρες; ποιοι γείτονες;”, στερούμενος κάθε άλλων λύσεων σε προβλήματα, πέραν των λιτών, απερίττων κι επικινδύνων στρατιωτικών.

Ευπρόσδεκτα, λοιπόν, τα συλλαλητήρια, με όλο το κιτς και την κακογουστιά τους. Αλλά χρειάζεται να δεχτούμε κάποιες πραγματικότητες: 1: τα Σκόπια δεν διαδέχονται τη Μακεδονία. 2: η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει πως το 1 είναι αληθές. 3: αυτοί που διαδηλώνουν για να πετύχουν το 2 στηρίζουν σε αυτό το ζήτημα την κυβέρνηση. 4: Όσοι δε δέχονται το 3 είναι είτε ανίκανοι να δουν την πραγματικότητα, ή σπεκουλάρουν πάνω σε ένα εθνικό ζήτημα που θα έπρεπε να μας ενώνει, αντί να μας χωρίζει. Είτε κυβερνητικοί, είτε αντιπολιτευτικοί.

1, 2, 3, 4. Άντε, για να μην πέσει κι αυτό στους επόμενους.

 

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *