NOVARTIS: ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΜΑΖΕΥΕΙΣ ΕΞΟΥΣΙΑ

February 13, 2018

Πριν από όλα, το σκάνδαλο Novartis είναι στα χέρια της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη θα αποφανθεί σχετικά με τις ευθύνες του καθενός, και το ακριβές τους μέρος. Αλλά αυτό δεν μας σταματά από το να βρίσκουμε τα συστημικά λάθη που επιτρέπουν ακόμα και την εμφάνιση, βάσιμη ή μη, τέτοιων σκανδάλων.

Στην Ελλάδα, η φαρμακοβιομηχανία απομυζά μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού, μέσα από τα εκάστοτε ταμεία κρατικής ασφάλισης, των οποίων την εποπτεία έχει το Υπουργείο Εργασίας. Την ίδια στιγμή, την ευθύνη για τον έλεγχο και τους περιορισμούς στην τιμολόγηση φαρμάκων, καθώς και για την εισαγωγή, εξαγωγή και κυκλοφορία φαρμακευτικών ουσιών την έχει ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), ο οποίος υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας. Την ίδια στιγμή, η διοίκηση των δημόσιων νοσοκομείων (στα οποία χρειάζεται να απευθυνθεί όποιος δεν είναι σε θέση να προμηθευτεί τη φαρμακευτική του αγωγή από ιδιώτη) διορίζεται από τον Υπουργό Υγείας.

Με λίγα λόγια, όλες οι εκφάνσεις της παρασκευής, εισαγωγής, εξαγωγής, προμήθειας, πώλησης, αγοράς και, γενικά, διακίνησης φαρμάκων, είναι υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο δυο στελεχών της κυβέρνησης: των Υπουργών Υγείας κι Εργασίας. Τα οποία, με τη σειρά τους, υπάγονται κατευθείαν στον πρωθυπουργό. Ο οποίος είναι κι ο αρχηγός του πολιτικού τους κόμματος. Κι ο οποίος ελέγχει το κοινοβούλιο. Κι ο οποίος, διά του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να κατευθύνει έμμεσα εισαγγελίες και δικαστήρια, για να καλύψει ή να ξεμπροστιάσει αυτήν την αγαστή σχέση.

Δεν είναι πολλή η εξουσία για τρεις- τέσσερις ανθρώπους; Και, μάλιστα, συνεργάτες;

Σήμερα, η κυβέρνηση, από τη μια, ισχυρίζεται πως η αντιπολίτευση μπλέχτηκε σε σκάνδαλο με μίζες σε αντάλλαγμα για την υπερκοστολόγηση φαρμάκων. Η αντιπολίτευση, από την άλλη, ισχυρίζεται πως η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη δικαιοσύνη για να λερώσει το όνομα επιφανών πολιτικών προσώπων.

Αλλά όταν κάποιος ξεκινά μια εκνευριστική σειρά αλλεπάλληλων “γιατί;” σε αυτό το σκάνδαλο, η απάντηση στην οποία καταλήγει μετά από λίγο είναι “γιατί μπορούν και θέλουν”. Γιατί κυβερνητικά στελέχη να ρίχνουν λάδι στα γρανάζια της δικαιοσύνης όταν πρόκειται για τη δίωξη αντιπάλων τους; Γιατί μπορούν και θέλουν. Γιατί να συνεννοηθεί μια κυβέρνηση με μια εταιρεία για να φάνε εκατομμύρια από κρατικές ογκολογικές μονάδες και καρκινοπαθείς; Γιατί μπορούν και θέλουν.

Γιατί, εντέλει, η ελληνική δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα με αλλεργία στον έλεγχο των κυβερνώντων.

Για το “θέλουν” δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα: εξαρτάται από την ηθική στάθμη κάθε ανθρώπου, κι αν ρίξουμε την αξιολόγηση προσωπικοτήτων στο πολιτικό αισθητήριο του Έλληνα, μάλλον θα περιμένουμε για χρόνια φως. Όσον αφορά το “μπορούν”, όμως, το πρόβλημα βρίσκεται στη δυνατότητα της κυβέρνησης να λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις σε απλά γεγονότα, τα οποία δεν επιδέχονται πολιτικής στάθμισης: φερ’ ειπείν, στο πόσο πρέπει να κοστίζει ένα φάρμακο, όταν γνωρίζουμε το υλικοτεχνικό του κόστος, τη φορολόγησή του και το μέγιστο επιτρεπτό κέρδος της εταιρείας.

Πρώτοι οι πολιτικοί στοχαστές της αμερικανικής επανάστασης βρήκαν πως ένα σύστημα δομημένο σε ιεραρχίες δεν έχει αναγκαία συνέχεια: αυτός που ελέγχει το κεφάλι, μπορεί να στρέφει όπου θέλει το σώμα. Με αποτέλεσμα κάθε απόφαση να εξαρτάται από εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, εμποδίζοντας το διαχρονικό έργο. Για αυτόν τον λόγο, εφηύραν τους “ελέγχους κι ισορροπίες” (“checks and balances”): έκοψαν, δηλαδή, τα μεγάλα συστήματα αρμοδιοτήτων (φερ’ ειπείν την φαρμακευτική πολιτική) σε κομμάτια, και τα σκόρπισαν ανάμεσα στις τρεις λειτουργίες του πολιτεύματος και σε ανεξάρτητες αρχές. Με αυτόν τον τρόπο, ποτέ δεν αρκεί η υπογραφή προσώπων που μπορούν να συντονιστούν για να ληφθεί μια απόφαση: θα πρέπει να περάσει από την έδρα ενός δικαστή, το κοινοβούλιο, ή έναν τεχνοκράτη χωρίς πολιτικές βλέψεις. Κι έτσι, από τη στιγμή που πρέπει να βγουν αναγκαίοι συμβιβασμοί, τουλάχιστον τα απλά, τεχνικά ζητήματα βρίσκονται έξω από το πολιτικό, αθέμιτο ή θεμιτό, παιχνίδι.

Στην Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται ως ανεξαρτητοποίηση των νομικών προσώπων του δημοσίου, τόσο από τον απευθείας έλεγχο, όσο κι από την εποπτεία του κεντρικού κράτους, ή την εξουσία του να διορίζει τη διοίκηση. Είτε πρόκειται για φορείς ασφάλισης, είτε για τον Ε.Ο.Φ., είτε για τα δημόσια νοσοκομεία, μπορούν να εξαρτώνται μόνο για τον προϋπολογισμό τους από το κράτος, και, κατά τα άλλα, να έχουν τη δική τους, εσωτερική ιεραρχία, με συνακόλουθο διορισμό διεύθυνσης και στελεχών. Δεν κοστίζει τίποτα- ίσα ίσα, σώζει χρόνο, ο οποίος μεταφράζεται σε παραγωγικότητα. Και, κυρίως, επιτρέπει στους φορείς να εξορθολογίζονται σε βάθος χρόνου, χωρίς κάθε φορέας να εξαρτά τη διαχείριση των πόρων που του παρέχονται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όσο, δε, για την εσωτερική διαφθορά, το λόγο έχει η δικαιοσύνη: και μάλιστα, πολύ πιο εύκολα, από τη στιγμή που δεν μπαίνουν και πλάτες υψηλά ισταμένων στην εξίσωση.

Ναι, η ιδέα δεν λύνει το πρόβλημα. Αλλά το πρόβλημα της διαφθοράς είναι άλυτο σε μια δημοκρατία, γιατί, στην τελική, εξαρτάται από την καλή θέληση αυτού που έχει εξουσία. Το ζήτημα είναι μετριασμού, όχι οριστικής επίλυσης. Κι η ανεξαρτητοποίηση των υπό κρατικό έλεγχο νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου θα μετριάσει τη διαφθορά, γιατί, πολύ απλά, δεν θα αρκεί ένα άτομο ή ορισμένα άτομα με κοινές σκοπιμότητες, για να ληφθεί μια απόφαση. Η παράλληλη αρμοδιότητα μιας ανεξάρτητης αρχής σημαίνει περισσότερα άτομα που εμπλέκονται σε μια απόφαση, περισσότερα συμφέροντα, περισσότερες διαφορετικές σκοπιμότητες, άρα και μεγαλύτερη δυσκολία στο να εκμαιευθεί μια απόφαση με τον αθέμιτο συντονισμό όλων αυτών των ατόμων.

Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα οι ανεξάρτητες αρχές υπάρχουν πολύ περιορισμένα- ίσως γιατί, ανέκαθεν, στην Ελλάδα το πολιτικό παιχνίδι είναι πολύ πιο βίαιο απ’ ότι στις παραδοσιακές δημοκρατίες (π.χ., Βρετανία ή ΗΠΑ): σε μια χώρα με τόσους εμφυλίους και τόση αστάθεια, είναι επίπονη η ιδέα της αποξένωσης από την εξουσία.

Όντως, σε μερικά ζητήματα είναι απαραίτητος ο πολιτικός χρωματισμός των αποφάσεων: π.χ. στη φορολογία, μια διαδικασία με σαφές ταξικό πρόσημο. Άλλα ζητήματα, όμως, αφορούν απλή, βαρετή, τεχνοκρατική διαχείριση πόρων με βάση τα διδάγματα της θετικής επιστήμης: π.χ., η επικινδυνότητα ενός φαρμάκου για τον ανθρώπινο οργανισμό, ή το πλαίσιο κοστολόγησής του, για να μην αδικείται η εταιρεία και να μένει προσβάσιμο σε αυτόν που το έχει ανάγκη. Σε αυτές τις περιπτώσεις δε χρειάζεται η λήψη αποφάσεων από πολιτικούς. Μια ακόμα πρακτική στην οποία έχουμε αλλεργία: ναι, σε τέτοια ζητήματα οι αποφάσεις μπορούν κι οφείλουν να λαμβάνονται από τεχνοκράτες. Τεχνοκράτες με λυμένα τα χέρια τους, οι οποίοι θα δουλεύουν για να εγγυηθούν την τσέπη του λαού και του Δημοσίου, που τους πληρώνουν. Όχι του συναδέλφου ή του κόμματος, που τους προωθούν.

Η διαφθορά υπάρχει επειδή μπορούμε και θέλουμε. Κι επειδή συνήθως θα θέλουμε, μας μένει μόνο να μπορούμε λιγότερο. Αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί πολιτική εντιμότητα. Εντιμότητα που βρίσκεται δύσκολα στην Ελλάδα- τη μαγική χώρα, όπου περιστατικά σαν της Novartis δεν είναι κάτι συνταρακτικό, αλλά μια ακόμα Τρίτη.

Η φωτογραφία είναι του Αλεξάνδρου Βλάχου, από το news.in.gr.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *