ΣΚΟΠΙΑΝΟ: ΜΙΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΣΤΟΥΣ ΑΜΠΟΤ ΚΑΙ ΚΟΣΤΕΛΛΟ

June 14, 2018

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα συγκρίνει την διαχείριση της διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση των (για λίγο ακόμα) Σκοπίων με τα σκετσάκια των διαχρονικών κωμικών Άμποτ και Κοστέλλο: μια σειρά παραλόγων και ασυνεννοησίας, που μόνο σε καλό δεν μπορούσε να βγει. Συλλαλητήρια που στρέφονται κατά των διαπραγματευτών. Διαπραγματευτές που στρέφονται κατά των εκλογέων τους. Κόσμος στα συλλαλητήρια που στηρίζει τη διαπραγματευτική θέση, διαπραγματευτές που αποκηρύσσουν τον κόσμο που στηρίζει τη θέση τους. Και στη μέση, μια πολιτική ιντελιγκέντσια να συντηρεί το θέατρο για να βγάλει ψήφους από όπου μπορεί και προλαβαίνει.

Να’ μαστε: το πλήρες κείμενο δημοσιεύτηκε και το αποτέλεσμα είναι (ω του θαύματος!) απογοητευτικό.

Για ποιον λόγο ακριβώς διαπραγματευόμασταν; Επειδή οι εντάσεις που προκαλούσε το θέμα του ονόματος ήταν εις βάρος και των δυο κρατών. Αυτοί έκαναν κακή διαχείριση, εμείς κάναμε κακή διαχείριση, και πήγαμε να τα βρούμε. Το θέμα του ποιανού είναι η μακεδονική ιστορία δεν ήταν ποτέ συζητήσιμο, η ιστορία ως επιστήμη το έχει λυμένο. Ο σκοπιανός αλυτρωτισμός ήταν παραμυθάκι στο μυαλό των συντακτών του «Μακελειού» και της «Ελεύθερης Ώρας». Δεν καθίσαμε για αυτά στο τραπέζι, καθίσαμε για να άρουμε εμείς, από τη μεριά μας, τις κυρώσεις, και για να βάλουν οι άλλοι νερό στο κρασί τους ως προς το όνομα.

Για να το πω απλά, το πρόβλημα που θέλαμε να λύσουμε δεν ήταν η «μακεδονική» ιστορία ή ο «μακεδονικός» εθνικισμός, ήταν η «μακεδονική» φέτα. Μπορούσαμε, λοιπόν, και να μην καθίσουμε στο τραπέζι, αλλά να άρουμε μονομερώς τις πιέσεις μας. Δηλαδή, να τους αφήσουμε να μπουν όπου θέλουν να μπουν, και να κρατήσουμε το θέμα του ονόματος σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο. Ο λόγος τους απέναντι στον δικό μας. Αυτοί θα ήταν ευχαριστημένοι, και εμείς δεν θα είχαμε αναγνωρίσει το όνομα «Μακεδονία» σε καμιά του εκδοχή.

Εμείς προτιμήσαμε να «ανταλλάξουμε» την εύνοιά μας με μια αναγνώριση από τη μεριά μας ενός συμβιβαστικού ονόματος, που να ικανοποιεί και τις δυο πλευρές. Η κόκκινή μας γραμμή ήταν ένα όνομα που να προσδιορίζει με σαφήνεια την περιοχή του κράτους της πΓΔΜ. Κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, το μόνο παράλογο αποτέλεσμα θα ήταν να δεχτούμε κάτι λιγότερο από αυτό, σε αντάλλαγμα για παραχωρήσεις που θα μπορούσαμε να κάνουμε από μόνοι μας έτσι κι αλλιώς, χωρίς την αναγνώριση. Στην ίδια λογική που, όταν διαπραγματεύεσαι για να πουλήσεις κάτι ακριβότερα από την τρέχουσα τιμή, είναι παράλογο να το πουλήσεις τελικά φτηνότερα!

“Βόρεια Μακεδονία” τελικά τα Σκόπια, με πολλαπλές υποχωρήσεις από τη μεριά τους στα ζητήματα της παιδείας και της εθνικής τους υπόστασης (αυτά που, όπως προανέφερα, δεν μας πολυένοιαζαν έτσι κι αλλιώς). Υποχωρήσεις που αποτελούν δεσμεύσεις, και απαιτούν διάρκεια, σε αντάλλαγμα για μια αναγνώριση πολύ πίσω από το ελληνικό “χαράκωμα”, η οποία ξεκινά και τελειώνει με μια υπογραφή.

Ναι, απαραίτητη για την κύρωση της συμφωνίας είναι η αναθεώρηση του συντάγματος των Σκοπίων. Αν, όμως, το σύνταγμά τους αναθεωρείται μια φορά, αναθεωρείται και δεύτερη, και καμιά συνθήκη δεν μπορεί να απαγορεύσει “εκτελεστά” (δηλαδή με άμεσες, κατασταλτικές συνέπειες) σε ανεξάρτητο κράτος να νομοθετήσει. Με άλλα λόγια: έστω ότι στην 20ετία αποφασίζουν δεύτερη συνταγματική αναθεώρηση. Τι θα κάνουμε, θα τους τρέξουμε στα δικαστήρια; Θα πάρουμε μια αποζημίωση, στην καλύτερη περίπτωση, κι αυτό αν συμφωνήσουν οι γείτονες να αφήσουν το θέμα στη δικαιοσύνη. Θα πάρουμε τα G3; Γελοία ιδέα, για μια πολύ μακριά λίστα λόγων. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν τους σταματά, σε μερικά χρόνια, απλώς να παραβούν τα συμφωνημένα, με μικρές, ως και καθόλου συνέπειες. Κι αν σήμερα δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα να το κάνουν, να υπενθυμίσω πως όλη η διαμάχη ξεκίνησε από τον συστηματικό περιορισμό της οικονομικής και πολιτικής ισχύος τους, ο οποίος με τη συμφωνία σταματά.

Η ονομασία, όμως, άπαξ και αναγνωριστεί, αναγνωρίστηκε. Άπαξ και συμφωνήσουμε στην είσοδο στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, συμφωνήσαμε. Η Ελλάδα, εν ολίγοις, θα εκπληρώσει με τη μια τα πάντα, σε αντάλλαγμα για σταδιακές μεταρρυθμίσεις, που μπορεί ή όχι να πραγματοποιηθούν, που μπορεί ή όχι να χαθούν μέσα στη γραφειοκρατία των επιτροπών και των υπο-επιτροπών, των συμβουλίων και των ανθυποσυμβουλίων, που μπορεί ή όχι να καταλήξουν ανενεργές στις σχέσεις ιδιωτών… Και οι οποίες, στην τελική, δεν μας είναι καν πολύτιμες!

Αυτός είναι και ο λόγος που, κατά την άποψή μου, πρόκειται για μια απογοητευτική έκβαση. Όχι επειδή τα Σκόπια θα λέγονται όπως θέλουν (ανεξάρτητο κράτος είναι, έτσι κι αλλιώς), όχι επειδή θα λέγονται όπως θέλουν χωρίς κυρώσεις (έτσι κι αλλιώς, ο αποκλεισμός τους από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ παράνομος ήταν), αλλά επειδή, άσχετα με τις ακριβείς λεπτομέρειες στη συνθήκη που υπογράφηκε, αναγνωρίζουμε κάτι που δεν θέλαμε και δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε, σε αντάλλαγμα για καλή θέληση και συμμόρφωση, που δεν μας χρειάζονται άμεσα.

Δυστυχώς ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος, και υποψιάζομαι πως δεν θα περάσει πολύς καιρός προτού η καλή θέληση και των δυο κυβερνήσεων εξαντληθεί. Τότε, όσο εμείς θα παραμένουμε δεσμευμένοι στην αναγνώριση του ονόματος, οι κυβερνήσεις της γείτονος θα είναι ελεύθερες να κάνουν τα στραβά μάτια όταν οι ιδιώτες θα αρχίσουν να μην σέβονται τους όρους της συμφωνίας, οδηγώντας στο θάνατο ακόμα και τα αχρειάστα πλεονεκτήματα που υποτίθεται πως αποκομίσαμε.

Θυμίζει τις συναλλαγματικές εγγυήσεις στο χαρτονόμισμα που είχαμε συμφωνήσει να μας παραχωρηθούν από την Αντάντ το 1916, σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή μας στον Α΄ Παγκόσμιο. Εμείς τους στρατιώτες μας τους στείλαμε αμέσως, και στο Μοναστήρι (ιστορική ειρωνία: στο «μακεδονικό μέτωπο»), και στην Κριμαία. Από τη στιγμή που γύρισαν, δεν μπορούσαμε να πάρουμε πίσω ούτε το αίμα που έχυσαν, ούτε τα χρήματα από τον κορβανά μας. Αλλά η υποστήριξη του νομίσματος από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία βασιζόταν στην καλή τους πίστη και τη συμμόρφωσή τους με τους όρους της συμφωνίας στο διηνεκές. Όταν έγινε κάτι που δεν τους άρεσε, απλώς αθέτησαν το λόγο τους.

Στα καθ’ υμάς, να μην ξεχνιόμαστε: δεν έπαιξαν μόνο ο Τσίπρας και ο Ζάεφ σε αυτό το παιχνίδι. Όλοι είχαν ένα συμφέρον και μια γνώμη, την οποία διέθεσαν όπως νόμιζαν. Κι επειδή η “τυφλόμυγα” του φταίχτη έχει ήδη ξεκινήσει, ένας εσωτερικός απολογισμός του τι πέτυχε το πολιτικό προσκήνιο συνολικά:

Η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε το όνομα “Μακεδονία”. Εις βάρος της πάγιας θέσης της χώρας, μεγάλου μέρους (ενδεχομένως πλειοψηφίας) της κοινής γνώμης και της συνέχειας της εξωτερικής της πολιτικής, συμφώνησε σε εξωνύμιο- μετάφραση της λέξης “Μακεδονία”, με τον προσδιορισμό “Βόρεια”, επίσης σε μετάφραση. Στον ξένο, πλέον, η περιοχή της Θεσσαλονίκης και η περιοχή του Μοναστηρίου ακούγονται το ίδιο- κατάσταση που ακριβώς θέλαμε να αποφύγουμε. Η διαπραγμάτευση απέτυχε, ακόμα και με το πλεονέκτημα της επίλυσης της διαφοράς. Ναι, είναι σημαντικό που έληξε το ματς και δεν ξοδεύουμε για να το συντηρούμε, αλλά έληξε με ήττα μας, και αυτή είναι η πραγματικότητα.

Τα συλλαλητήρια δεν δούλεψαν. Αντίθετα, η αποδοχή κάθε ακραίου φασιστοειδούς και η εθνικιστική ρητορική και περιβολή τους είχε ως αποτέλεσμα την αποξένωση της θέσης των διαδηλωτών από αυτούς που έπαιρναν τις αποφάσεις, και τη διαίρεση της χώρας σε “φιλοκυβερνητικούς” και “αντισκοπιανούς”. Χωρίς καμιά εξήγηση στο γιατί το πρώτο είναι εις βάρος της διαπραγμάτευσης, ή το δεύτερο με κάποιον τρόπο χρήσιμο, ή τα δυο τους θεμιτά και αντιθετικά μεγέθη. Ελπίζω οι οργανωτές να είναι ευχαριστημένοι, τώρα που πρόβαλλαν τις μούρες τους εις βάρος της ελληνικές προσπάθει.

Η αντιπολίτευση ήταν ο μεγάλος απών. Τόσο η συντηρητική μερίδα, που υπέσκαπτε τη θεση της κυβέρνησης για εσωτερική κατανάλωση, όσο και η πιο μετριοπαθής, που αρκέστηκε σε μια ηχηρή απουσία, στέρησαν από την εκπροσώπηση της χώρας τις προτάσεις τους, την ουσιαστική τους αξιολόγηση και, κυρίως, την ενότητα εκεί που χρειαζόταν. Με παρωπίδες και προσήλωση στην επιθυμία τους να γίνει το Σκοπιανό η χαριστική βολή στην κυβέρνηση, πέτυχαν μόνο να λειτουργήσουν σαν βαρίδι σε κάθε στροφή. Συνήθως η ιστορία θυμάται αυτόν που υπογράφει, αλλά νομίζω είναι δίκαιο στην περίπτωσή μας να σημειώσει σε ένα περιθώριο τα ονόματα όσων πολύ ενεργά προσπάθησαν να λάμψουν με την αδράνειά τους. Ειδικά αν πετύχουν την πρόταση μομφής που ψάχνουν.

Η ακροδεξιά είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Και χωρίς προσπάθεια. Η κυβέρνηση της χάρισε το εθνικόφρον τμήμα της βάσης της. Η αντιπολίτευση δεν έκανε τίποτα για να καθαρίσει την διαμαρτυρία από εθνικολαϊκά εκτρώματα. Οι οργανωτές των συλλαλητηρίων τα μετέτρεψαν σε γιορτές εθνικισμού και κιτς, χωρίς προτάσεις, και τα άφησαν ξέφραγο αμπέλι για κάθε νοσταλγό της Χούντας. Δεν χρειάστηκε πολύ μυαλό για να ανθίσουν μέσα στη βαβούρα τα γνωστά μπουμπούκια. Πλέον ποντάρουν, κι όχι άδικα, σε “ανεβασμένες” δημοσκοπήσεις- momentum που άχρηστο μια φορά δεν μπορεί να αποδειχθεί, και το οποίο, νομίζω, θα βρούμε μπροστά μας.

Όλοι δούλεψαν για τη φήμη και τις ψήφους, κανείς για τον στόχο. Κι όλοι μαζί τα έκαναν ρόιδο.

Είχα συγκρίνει την εσωτερική διαχείριση της διαπραγμάτευσης με σκετς των Άμποτ και Κοστέλλο, μα τώρα θέλω να τους ζητήσω συγγνώμη: τουλάχιστον τα δικά τους κίνητρα ήταν πιο αθώα. Και, κυρίως, οι μέθοδοί τους λιγότερο άτσαλες.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γραμματόπουλος σπουδάζει νομικά στην Κομοτηνή. Η γραφή του είναι εριστική κι επιτηδευμένη, η σύνταξή του περίπλοκη χωρίς λόγο, κι οι απόψεις του πολλές φορές υπερβολικές- σπανίως, δε, έχει δίκιο. Ποντάρει στην αντίστροφη ψυχολογία για αναγνώστες.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *