“ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΟΓΟΥ” ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ “ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ”

November 18, 2018

Χθες έκανα ένα πείραμα.

Σε μια έντονη διαφωνία στο Facebook με αφορμή την Παρέλαση Υπερηφάνειας (Gay Pride) στην Πάτρα, το άτομο με το οποίο είχα την τιμή να διχογνωμώ πρότεινε πως τα ομοφυλόφιλα άτομα είναι “ανώμαλα” και πως θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σήμερα, διότι η πρόληψη πρέπει να προηγείται της θεραπείας. Λες και υπάρχει κάτι το οποίο όχι μόνο επιδέχεται, αλλά και χρήζει θεραπείας. Στο σημείο αυτό με χτύπησε η συνείδησή μου. Χωρίς περαιτέρω ανάλυση της θέσης, ανέφερα απλώς πως αυτή η ιδέα συνιστά “hate speech” (βλ. παρακάτω), και πως είναι επικίνδυνη- διότι διαπραγμάτευση δεν χωρεί όταν ξεκινάμε να συζητάμε για το αν το φύλο ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός ορισμένων ατόμων πρέπει “να αντιμετωπιστεί”. Απάντησε πως έχει δικαίωμα να εκφράζεται όπως νομίζει, και απηύθυνε ευχαριστίες στον χορηγό της συζήτησης, τη γνωστή εταιρεία ΤΟΠ.

Στο σημείο αυτό, είχαμε μια διαφορά αντιλήψεων: το άτομο αυτό υποστήριζε πως η ελευθερία της έκφρασής του δεν έχει όρια, και εγώ υποστήριζα πως έχει. Αυτός πατούσε δεν-ξέρω-που. Εγώ στην κείμενη νομοθεσία της Ελλάδας και διεθνώς, καθώς και τους όρους χρήσης της πλατφόρμας. Ήταν ο λόγος μου απέναντι στον δικό του. Για να δούμε ποιος έχει δίκιο, ανέφερα το σχόλιο στους διαχειριστές.

Μαντέψτε ποιος έφαγε 24ωρο αποκλεισμό.

Την επομένη φυσικά διαμαρτυρήθηκε με ένα εκτενές “σεντόνι”, φυσικά τον στήριξαν οι ομοϊδεάτες του, φυσικά συσπειρώθηκαν σαν μια γροθιά κατά της λογοκρισίας τους. Όσο φυσικά απέφυγαν περαιτέρω αναφορές στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.

Για να ξεμπερδεύω πριν τα σημαντικά με τα περί καταστολής και φασισμού, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι κράτος για να καταναγκάζουν. Είναι μια υπηρεσία με όρους χρήσης, οι οποίοι παραβιάζονται όταν επιτίθεσαι χωρίς πραγματικά δεδομένα σε ορισμένες ευπαθείς ομάδες ατόμων. Είναι παράλογο να απαιτείς να σου παρέχεται μια υπηρεσία χωρίς να τηρείς τους όρους της, όσο παράλογο θα ήταν να απαιτείς να σε σερβίρουν στα KFC γυμνό (παρόλο που θα ήταν αρκετά πρακτικό, το κουρκούτι στο κοτόπουλο κολλάει σαν διάολος).

Το βασικό σημείο είναι το εάν η ελευθερία λόγου έχει όρια.

Εδώ θα ομολογήσω πως όσον αφορά το θέμα αυτό νιώθω περήφανος. Όσοι με ξέρουν, θα συμφωνούσαν πως πρώτα θα βγω τρίτο ραντεβού με την Beyonce και μετά θα αλλάξω γνώμη για οτιδήποτε. Το θεωρώ, λοιπόν, επίτευγμα, όταν διδάσκομαι από την πραγματικότητα και ανανεώνω παραγωγικά τις πεποιθήσεις μου. Υπάρχει μια ιδιαίτερη ομορφιά στο να αφήνεις τον εαυτό σου να διδάσκεται από την πραγματικότητα, σημαίνει πως ο νους ωριμάζει (…λέω για όσους έχουν ήδη βγάλει φλίκταινες κι είναι λίγο πριν κλείσουν το άρθρο).

Παλιά πίστευα πως η ελευθερία λόγου δεν συμβιβάζεται (το υποστήριξα, μάλιστα, σε παλιότερό μου άρθρο εδώ). Κατά τον Kyle του South Park, άλλωστε, στον λόγο “ή όλα επιτρέπονται, ή τίποτα”.

Έκανα λάθος.

Αυτό που εννοούσε ο Kyle ήταν “ή μπορείς να αστειευτείς με τα πάντα, ή δεν μπορείς να αστειευτείς με τίποτα”. Και, πράγματι, το αστείο είναι μηχανή εκλογίκευσης. Το να τα βάζεις με την εκλογίκευση, είναι σαν να τα βάζεις με την παλίρροια: είναι μάταιο, επίπονο και συνήθως δεν πετυχαίνει να τη βλάψει ουσιαστικά.

Μηχανισμός, όμως, αντίθετος του αστείου είναι η προκατάληψη. Αντί για εκλογίκευση, περιλαμβάνει την εξουδετέρωση του νου. Αντί για την ψυχαγωγία, στοχεύει στην μηχανοποίηση της αντίληψης. Και, κυρίως, αντί να βελτιώνει, επιδεινώνει την προσωπική κατάσταση των ατόμων εναντίον των οποίων στρέφεται, με καταλυτικά αποτελέσματα στην κοινωνική τους υπόσταση, τα ατομικά τους δικαιώματα, την ασφάλειά τους, ακόμα και τη ζωή τους.

Το πρόσφατο έγκλημα στη Μιανμάρ κατά των μουσουλμάνων Ροχίνγκια θα είχε αποτραπεί αν κάποιος είχε περιορίσει με κάποιον τρόπο ακριβώς αυτήν την ένταση και διάδοση προκαταλήψεων, γράφουν οι Times. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα έκρινε πως, χωρίς την καθοριστική συμμετοχή του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού RTLM, δεν θα είχαν πεθάνει και εκδιωχθεί εκατομμύρια Τούτσι. Ο ναζισμός θα ήταν αδιανόητος χωρίς την ελεύθερη διάδοση της προπαγάνδας του Γκέμπελς και του Στέρνερ, αποφαίνεται τη δεκαετία του ’50 το δικαστήριο της Νυρεμβέργης.

Εϊναι όμως σκόπιμο να περιορίζουμε μια ελευθερία για χάρη άλλων;

Η ίδια η φύση της ελευθερίας καταργεί την ερώτηση. Η “ελευθερία”, κάθε ελευθερία, είναι καθεστώς προσωπικό: εδώ, μπορώ να εκφράζομαι. Έχω τη δυνατότητα. Έχω την πρόσβαση. Μέχρι να βλάψω, δεν καταστέλλομαι. Όταν βλάψω (δηλαδή προσβάλλω δικαίωμα τρίτου), δεν κρίνομαι για το ότι εκφράστηκα, αλλά για την βλάβη στον τρίτο.

Κρίνομαι, μολαταύτα, κατά την διάδρασή μου με τρίτους, που δεν χρωστάνε να πληρώνουν την ελευθερία μου. Στην ίδια λογική που είμαι ελεύθερος να χρησιμοποιώ μαχαίρια, αλλά η ελευθερία μου αυτή δεν περιλαμβάνει το να κόβω κάτι που δεν μου ανήκει. Η ελευθερία μου δεν “σταματά”, όπως έλεγε ο Κοραής, απλώς δεν αποκλείει την ευθύνη μου απέναντι στον τρίτο, και, αν προβλέπεται, την κοινωνία. Πρόκειται για σχέση δυνατότητας- συνέπειας: από τη μια έχω το δικαίωμα της έκφρασης, από την άλλη την υποχρέωση να είναι το περιεχόμενο ασφαλές για τους άλλους. Όταν το περιεχόμενο βλάπτει τους άλλους, οφείλω να πληρώσω τον λογαριασμό.

Αν είναι κάτι για το οποίο είμαστε σίγουροι, ειναι ότι η “δημόσια παρότρυνση σε βία ή μίσος στη βάση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών” (απόφαση-πλαίσιο 2018/913/JHA της Ε.Ε.), αλλιώς “ρητορική μίσους”, είναι επικίνδυνη, καθώς μαθηματικά οδηγεί σε πράξεις που προσβάλλουν τα δικαιώματα, την ασφάλεια ή τη ζωή ορισμένων ομάδων. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως κανείς δεν “οδηγείται” σαν πρόβατο σε πράξεις: τα άτομα φέρουν την ευθύνη των επιλογών τους. Παρ’ όλα αυτά, στατιστικά, σε τυχαίο δείγμα πληθυσμού υπάρχουν ποσοστά ατόμων διαταραγμένων, φανατισμένων ή απλώς βίαιων. Όταν απευθύνεις μια άποψη δημόσια, την απευθύνεις σε αυτό το κοινό αδιάκριτα. Αδιάκριτα, λοιπόν, στο ποσοστό των επικίνδυνων, των τρελών, των φασιστών, των μπερδεμένων. Για αυτό και οι εκάστοτε σκουπιδολόγοι περιορίζονται. Όχι επειδή θέλουμε να τους πάρουμε τις ελευθερίες τους, ούτε επειδή μας πιάσαν τα κεφάκια.

Τα άτομα αυτά χρειάζεται να μάθουν την ιδέα της ευθύνης για τις πράξεις τους. Είμαι ελεύθερος, από τη μια, σημαίνει πως καμιά κυβέρνηση και κανένας τρίτος δεν μπορεί να με καταναγκάσει. Από την άλλη, όμως, δεν σημαίνει πως μπορώ εγώ να συμβάλλω στον καταναγκασμό των άλλων, ούτε να ρισκάρω την σωματική και ψυχική τους υγεία. Ελεύθερος σημαίνει χωρίς καταπίεση, όχι χωρίς συνέπειες. Και θυμίζω: δεν πήραν όλοι οι φανατικοί τον πυρσό στη Μιανμάρ, δεν έπιασαν όλοι οι ακραίοι Χούτου τη μασέτα στη Ρουάντα και δεν μπήκαν όλοι οι Ναζί στην Πολωνία. Πολλοί δεν κούνησαν καν το δάχτυλό τους για να βλάψουν οι ίδιοι. Η ιδέα, όμως, πως δεν σχετίζονταν με τις γενοκτονίες και τις εθνοκαθάρσεις είναι γελοία: πάνω τους βασιζόταν αξιακά ο κάθε στρατευμένος. Όπως στην στρατιά “αντιδραστικών” και “προβοκατέρ” (παλιά τους λέγαμε “αντεπαναστάτες”) βασίζεται πολιτικά ακόμα και σήμερα η κομματική ιντελιγκέντσια, για να προσποιείται πως ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι ακόμα αμφιλεγόμενα, και επιδέχονται μεσοβέζικων λύσεων.

Η ελευθερία λόγου, όσο εξυπηρετεί το συντηρητικό κατεστημένο, δεν κινδυνεύει. Σε πραγματικό κίνδυνο βρίσκονται οι ελευθερίες (λόγου και οι υπόλοιπες) όσων βρίσκονται από τη φύση τους απέναντι στο κατεστημένο αυτό. Κι αν η διαδικασία της προστασίας των συνανθρώπων μας δεν αρέσει σε μερικούς, τι να πω…

Χορηγοί υπάρχουν.

More about ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Όταν ο Γραμματόπουλος δεν σπουδάζει Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Νομική της Κομοτηνής, τον βρίσκεις είτε σε κάποιο τερραίν να εξασκεί τα κεφαλοκλειδώματα και τα κροσέ του, είτε πάνω από κάποιο περίεργο e-book ή άρθρο που δουλεύει. Ενοχλεί για να ενοχλεί γιατί έχει πλάκα. Διαβάζεις με δική σου ευθύνη.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *